Είναι η πραγματικότητα αυτό που νομίζουμε;


Είναι η πραγματικότητα αυτό που νομίζουμε;

 

Υπάρχει ένα ερώτημα τόσο παλιό όσο και η ίδια η ανθρώπινη σκέψη, αλλά ταυτόχρονα τόσο σύγχρονο ώστε να επιστρέφει σήμερα με μια σχεδόν ανησυχητική επικαιρότητα, τι ακριβώς είναι η πραγματικότητα; Όχι τι υπάρχει εκεί έξω, ούτε απλώς αν ο κόσμος είναι υλικός ή άυλος, αλλά κάτι ακόμη πιο δύσκολο. Πώς γνωρίζουμε ότι αυτό που βιώνουμε ως πραγματικότητα αντιστοιχεί πράγματι σε αυτό που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς; Όταν κοιτάζουμε ένα δέντρο, βλέπουμε το ίδιο το δέντρο ή την εκδοχή του που κατασκευάζει ο εγκέφαλός μας; Όταν ακούμε έναν ήχο, αντιλαμβανόμαστε ένα γεγονός του εξωτερικού κόσμου ή μια νευρολογική ερμηνεία ηλεκτρικών και χημικών σημάτων; Και όταν λέμε «εγώ», μιλάμε για έναν παρατηρητή που βρίσκεται μέσα στον κόσμο ή για το ίδιο το σύστημα μέσω του οποίου ο κόσμος αποκτά για εμάς μορφή, νόημα και συνέχεια;

Η ερώτηση γίνεται ακόμη πιο παράξενη όταν συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε πρόσβαση στην πραγματικότητα από κάποια εξωτερική θέση. Δεν μπορούμε να σταθούμε έξω από τη συνείδησή μας και να εξετάσουμε αντικειμενικά τον τρόπο με τον οποίο αυτή κατασκευάζει την εμπειρία. Οτιδήποτε γνωρίζουμε περνά αναγκαστικά μέσα από τις αισθήσεις, το νευρικό σύστημα, τη μνήμη, τη γλώσσα, τις προσδοκίες και τις κατηγορίες με τις οποίες οργανώνουμε τον κόσμο. Η ίδια η προσπάθεια να ελέγξουμε την πραγματικότητα πραγματοποιείται με το εργαλείο που αποτελεί μέρος του προβλήματος. Και ίσως αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο το ερώτημα δεν έχει κλείσει ποτέ.

Από αυτή την άποψη, το ζήτημα δεν χρειάζεται να οδηγήσει ούτε σε εύκολη μεταφυσική ούτε σε μια ακόμη θεωρία για μια κρυφή πραγματικότητα. Μπορεί να παραμείνει εκεί όπου γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον, στα όρια της γνώσης. Εκεί όπου η φιλοσοφία συναντά τη νευροεπιστήμη, η γνωσιακή επιστήμη συναντά τη φυσική, και η επιστημονική σκέψη συναντά τις πιο παράξενες υποθέσεις που γέννησε η ανθρώπινη φαντασία. Από το σπήλαιο του Πλάτωνα μέχρι τον René Descartes, από τον εγκέφαλο που προβλέπει τον κόσμο μέχρι τις θεωρίες της συνείδησης, από την κβαντική μέτρηση μέχρι την υπόθεση της προσομοίωσης και από εκεί στον Philip K. Dick, η ίδια απορία αλλάζει απλώς γλώσσα. Παραμένει όμως ίδια.

Το σπήλαιο, ο καθρέφτης και η πρώτη αμφιβολία

Πριν από περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, ο Πλάτων έδωσε στην απορία αυτή μία από τις ισχυρότερες εικόνες στην ιστορία της φιλοσοφίας. Στην αλληγορία του σπηλαίου, άνθρωποι βρίσκονται δεμένοι έτσι ώστε να μπορούν να βλέπουν μόνο τις σκιές αντικειμένων που προβάλλονται μπροστά τους. Για εκείνους, οι σκιές δεν είναι αναπαραστάσεις μιας άλλης πραγματικότητας. Είναι η πραγματικότητα. Αν κάποιος απελευθερωθεί και βγει από το σπήλαιο, η πρώτη του αντίδραση δεν θα είναι απαραίτητα η ανακούφιση. Θα είναι η σύγχυση. Το φως θα τον τυφλώσει, τα μάτια του θα χρειαστούν χρόνο για να προσαρμοστούν και ο κόσμος που προηγουμένως θεωρούσε βέβαιο θα αποδειχθεί ανεπαρκής.

Η δύναμη της αλληγορίας δεν βρίσκεται μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει ένας «ανώτερος» κόσμος πίσω από τον αισθητό. Βρίσκεται κυρίως στην αναγνώριση ότι η εμπειρία μας μπορεί να είναι συνεπής χωρίς να είναι πλήρης. Οι άνθρωποι του σπηλαίου δεν ζουν σε έναν κόσμο όπου όλα είναι τυχαία και χαοτικά. Βλέπουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, αναγνωρίζουν σχήματα, δημιουργούν εξηγήσεις. Έχουν, με άλλα λόγια, μια πραγματικότητα που λειτουργεί. Το πρόβλημα είναι ότι δεν γνωρίζουν τι βρίσκεται έξω από τα όρια της πρόσβασής τους.

Αυτό το σημείο είναι σημαντικό και για τον σύγχρονο άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι ζούμε σε μια κοσμική φυλακή ή ότι κάποιος κρύβει από εμάς την αληθινή πραγματικότητα. Αρκεί να αναγνωρίσουμε ότι κάθε παρατηρητής έχει περιορισμένη πρόσβαση στην πληροφορία. Τα μάτια μας δεν βλέπουν όλα τα μήκη κύματος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Τα αυτιά μας δεν ακούν όλες τις συχνότητες. Η αφή μας είναι περιορισμένη. Η μνήμη μας δεν είναι αρχείο υψηλής πιστότητας. Η προσοχή μας μπορεί να αγνοεί τεράστιες ποσότητες πληροφοριών. Η συνείδησή μας, τελικά, δεν είναι ένα παράθυρο χωρίς πλαίσιο.

Ο Descartes πήρε αυτή την αμφιβολία ακόμη πιο μακριά. Αν όλα όσα αντιλαμβανόμαστε μπορούν, έστω θεωρητικά, να μας εξαπατούν, πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για οτιδήποτε; Το περίφημο cogito δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι ο κόσμος είναι ψεύτικος. Προσπάθησε να βρει ένα σημείο βεβαιότητας μέσα στην αμφιβολία, ακόμη και αν αμφιβάλλω για τα πάντα, το γεγονός ότι αμφιβάλλω προϋποθέτει κάποια μορφή σκέψης. Η συνείδηση γίνεται έτσι όχι απλώς παρατηρητής της πραγματικότητας αλλά και το πρώτο πεδίο στο οποίο αναζητούμε βεβαιότητα.

Και εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο που θα μας ακολουθεί μέχρι το τέλος. Για να γνωρίσουμε τον κόσμο, χρειαζόμαστε τη συνείδηση. Αλλά για να γνωρίσουμε τη συνείδηση, χρησιμοποιούμε ξανά τη συνείδηση. Ο παρατηρητής δεν μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί από την εξίσωση.

Δεν βλέπουμε τον κόσμο. Βλέπουμε την ερμηνεία του

Η σύγχρονη νευροεπιστήμη δεν μας λέει ότι ο κόσμος είναι ψευδαίσθηση. Μας λέει όμως κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, ότι η αντίληψη δεν είναι μια απλή διαδικασία καταγραφής. Ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί σαν κάμερα που περιμένει να δεχθεί παθητικά μια εικόνα και στη συνέχεια να την εμφανίσει στη συνείδηση. Η αντίληψη είναι ενεργή διαδικασία επεξεργασίας, στην οποία τα εισερχόμενα αισθητηριακά δεδομένα συνδυάζονται με προηγούμενη γνώση, προσδοκίες και πιθανότητες. Η σύγχρονη έρευνα πάνω στην προβλεπτική επεξεργασία και την προβλεπτική κωδικοποίηση (predictive coding) έχει αναδείξει ακριβώς αυτή τη δυναμική, ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί προβλέψεις για να ερμηνεύσει τα αισθητηριακά σήματα, ενώ οι αποκλίσεις από τις προβλέψεις μπορούν να οδηγήσουν σε αναθεώρηση του μοντέλου.

Αυτό σημαίνει ότι η εμπειρία μας δεν είναι απλώς αποτέλεσμα του τι φτάνει στις αισθήσεις μας. Είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε αυτό που φτάνει και σε αυτό που περιμένουμε να βρούμε. Ένας άνθρωπος που περπατά τη νύχτα σε ένα γνώριμο πάρκο μπορεί να δει ένα κλαδί και να το αναγνωρίσει αμέσως ως κλαδί. Ο ίδιος άνθρωπος, αν έχει πειστεί ότι στο πάρκο υπάρχει κάποιος κρυμμένος, μπορεί να αντιληφθεί το ίδιο σχήμα ως ανθρώπινη φιγούρα. Το εξωτερικό ερέθισμα δεν χρειάζεται να αλλάξει δραματικά. Αλλάζει το μοντέλο με το οποίο το ερέθισμα ερμηνεύεται.

Αυτό το φαινόμενο δεν είναι απόδειξη ότι ο εγκέφαλος «δημιουργεί» εξωτερικά αντικείμενα. Είναι όμως ένδειξη ότι η συνειδητή εμπειρία είναι προϊόν επεξεργασίας. Και αυτή η διάκριση είναι τεράστια. Η πραγματικότητα μπορεί να υπάρχει ανεξάρτητα από την αντίληψή μας, ενώ ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε αποτελεί μια κατασκευή του νευρικού μας συστήματος.

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα βρίσκεται σε κάτι πολύ καθημερινό, την όραση. Ο κόσμος που βλέπουμε μοιάζει συνεχής, λεπτομερής και πλήρης. Στην πραγματικότητα, η οπτική επεξεργασία είναι εξαιρετικά επιλεκτική. Η προσοχή μετακινείται, η περιφερειακή όραση έχει διαφορετική ανάλυση, η μνήμη συμπληρώνει κενά και ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί προηγούμενη γνώση για να καταλήξει σε μια συνεκτική ερμηνεία. Δεν αντιλαμβανόμαστε έναν ωμό χείμαρρο δεδομένων. Αντιλαμβανόμαστε έναν οργανωμένο κόσμο.

Ακριβώς αυτή η ιδέα βρίσκεται και σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις των μεταγραφών που αποτέλεσαν αφετηρία για το παρόν άρθρο, η πραγματικότητα που βιώνουμε μπορεί να μοιάζει περισσότερο με ένα τούνελ πραγματικότητας (reality tunnel), ένα προσωπικό τούνελ αντίληψης, παρά με πλήρη πρόσβαση στο σύνολο της διαθέσιμης πληροφορίας. Η εικόνα αυτή αποδίδεται στον Robert Anton Wilson, ο οποίος τόνιζε ότι ο εγκέφαλος κατασκευάζει ένα μοντέλο από την πληροφορία που λαμβάνει και στη συνέχεια αντιμετωπίζει αυτό το μοντέλο ως πραγματικότητα. Η μεταφορά είναι ιδιαίτερα χρήσιμη αρκεί να μην παρερμηνευθεί, δεν σημαίνει ότι όλοι ζούμε σε εντελώς υποκειμενικούς κόσμους. Σημαίνει ότι η πρόσβαση στον κοινό κόσμο γίνεται μέσω ατομικών μηχανισμών επεξεργασίας.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πρώτη πραγματική ρωγμή στην αυτονόητη εικόνα της πραγματικότητας. Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι ο κόσμος είναι ψεύτικος. Αρκεί να καταλάβουμε ότι η εμπειρία μας για τον κόσμο δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος.

Και αυτό διότι αν ο εγκέφαλος κατασκευάζει το μοντέλο, τότε ποιος το παρατηρεί;

Η ερώτηση αυτή οδηγεί αναπόφευκτα στη συνείδηση. Γιατί άλλο είναι να εξηγούμε πώς ο εγκέφαλος επεξεργάζεται πληροφορίες και άλλο να εξηγούμε γιατί υπάρχει υποκειμενική εμπειρία. Γιατί υπάρχει κάτι που σημαίνει να βλέπεις κόκκινο, να αισθάνεσαι πόνο, να ακούς μουσική ή να θυμάσαι ένα πρόσωπο; Γιατί δεν υπάρχει απλώς ένας εξαιρετικά πολύπλοκος βιολογικός μηχανισμός που επεξεργάζεται πληροφορίες χωρίς να υπάρχει κανείς που να τις βιώνει;

Αυτό είναι το γνωστό δύσκολο πρόβλημα της συνείδησης, και δεν υπάρχει σήμερα μία καθολικά αποδεκτή λύση. Η φιλοσοφία του νου περιλαμβάνει φυσικιστικές, δυϊστικές, λειτουργιστικές, αναδυόμενες, πανψυχιστικές και άλλες προσεγγίσεις, καθεμία από τις οποίες προσπαθεί να εξηγήσει διαφορετική πλευρά του προβλήματος.

Η πιο συμβατική επιστημονική κατεύθυνση θεωρεί ότι η συνείδηση συνδέεται στενά με λειτουργίες και καταστάσεις του εγκεφάλου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αλλαγές στον εγκέφαλο μπορούν να μεταβάλουν δραματικά την αντίληψη, τη μνήμη, την προσωπικότητα και την υποκειμενική εμπειρία. Το γεγονός αυτό αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ μιας στενής σχέσης ανάμεσα στη συνείδηση και τη βιολογία. Δεν απαντά όμως από μόνο του στο βαθύτερο ερώτημα, γιατί συγκεκριμένες φυσικές διεργασίες συνοδεύονται από εμπειρία;

Και εδώ, ακριβώς επειδή δεν έχουμε τελική απάντηση, ανοίγουν διαφορετικές φιλοσοφικές πόρτες.

Για αρχή, η συνείδηση ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό.

Ο πανψυχισμός προτείνει μια ιδιαίτερα παράξενη αλλά φιλοσοφικά σοβαρή ιδέα, ότι η νοητικότητα ή κάποια στοιχειώδης μορφή εμπειρίας δεν εμφανίζεται ξαφνικά σε ένα ορισμένο επίπεδο πολυπλοκότητας, αλλά αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της φύσης. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι πέτρες «σκέφτονται» ή ότι τα ηλεκτρόνια έχουν ανθρώπινες σκέψεις. Σημαίνει ότι ίσως η πραγματικότητα, στο πιο θεμελιώδες επίπεδό της, δεν είναι απολύτως στερημένη από κάθε πρωτο-νοητική ιδιότητα. Η Stanford Encyclopedia of Philosophy παρουσιάζει τον πανψυχισμό ως την άποψη ότι η νοητικότητα είναι θεμελιώδης και πανταχού παρούσα στη φυσική πραγματικότητα, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκδοχές και σοβαρά προβλήματα, μεταξύ των οποίων το περίφημο πρόβλημα του πώς επιμέρους στοιχειώδεις εμπειρίες θα μπορούσαν να συνδυαστούν σε μία ενιαία συνείδηση.

Αυτό είναι σημαντικό γιατί ο πανψυχισμός δεν αποτελεί επιστημονική απόδειξη ότι «το σύμπαν έχει συνείδηση». Είναι φιλοσοφική πρόταση για το πώς θα μπορούσε να στηθεί η οντολογία της πραγματικότητας έτσι ώστε η συνείδηση να μην αποτελεί ένα ακατανόητο ξένο σώμα μέσα σε ένα αποκλειστικά υλικό σύμπαν.

Σε αυτή την παράδοση έχει ενδιαφέρον και ο Pierre Teilhard de Chardin, ο οποίος προσπάθησε να συνδυάσει την επιστημονική του ιδιότητα με μια φιλοσοφία εξέλιξης προς μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και συνείδηση. Οι ιδέες του, ιδιαίτερα η έννοια της νοόσφαιρας, υπήρξαν αμφιλεγόμενες, αλλά αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ευρύτερου ερωτήματος, μήπως η συνείδηση δεν είναι απλώς ένα παράξενο τοπικό ατύχημα της βιολογικής εξέλιξης;

Από εδώ περνάμε σε μια ακόμη πιο ριζοσπαστική θέση.

Κι αν η συνείδηση δεν είναι προϊόν της πραγματικότητας αλλά προϋπόθεσή της;

Ο ιδεαλισμός αντιστρέφει την παραδοσιακή σειρά. Αντί να ξεκινήσει από έναν υλικό κόσμο και να προσπαθήσει να εξηγήσει πώς μέσα του εμφανίστηκε η συνείδηση, διερωτάται αν αυτό που αποκαλούμε ύλη μπορεί τελικά να γίνει κατανοητό χωρίς αναφορά στην εμπειρία και στη συνείδηση. Σε ορισμένες μορφές ιδεαλισμού, η πραγματικότητα θεμελιώνεται με κάποιο τρόπο στο νοητικό.

Η ιδέα ακούγεται ακραία επειδή συγκρούεται με την καθημερινή μας διαίσθηση. Το τραπέζι φαίνεται να υπάρχει είτε το κοιτάζουμε είτε όχι. Το βουνό δεν εξαφανίζεται όταν κλείνουμε τα μάτια. Και φυσικά η σύγχρονη επιστήμη έχει τεράστια επιτυχία ακριβώς επειδή περιγράφει έναν κόσμο που φαίνεται να υπακούει σε κανονικότητες ανεξάρτητες από τις προσωπικές μας πεποιθήσεις.

Ο ιδεαλισμός όμως δεν χρειάζεται να σημαίνει ότι «σκέφτομαι ένα δέντρο και το δημιουργώ». Αυτό θα ήταν μια απλοϊκή και σχεδόν μαγική ερμηνεία. Το φιλοσοφικό ερώτημα είναι πολύ βαθύτερο, ποια είναι η θεμελιώδης φύση αυτού που ονομάζουμε αντικειμενικό κόσμο; Και αν η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί χωρίς να αναφερθούμε στην εμπειρία, τότε η συνείδηση δεν είναι απλώς ένας θεατής της πραγματικότητας αλλά μέρος του προβλήματος της οντολογίας της.

Ο δυϊσμός και το αίνιγμα των δύο κόσμων αντίθετα, διατηρεί τη ριζική διάκριση ανάμεσα στο νοητικό και το υλικό. Η κλασική καρτεσιανή εκδοχή βλέπει τον νου και το σώμα ως διαφορετικού είδους πραγματικότητες. Η δυσκολία είναι προφανής, αν είναι πραγματικά διαφορετικά, πώς αλληλεπιδρούν;

Η ιστορία της φιλοσοφίας έχει επιστρέψει ξανά και ξανά σε αυτό το πρόβλημα. Η σύγχρονη συζήτηση για τον δυϊσμό είναι πολύ πιο σύνθετη από μια απλή αντίθεση «ψυχής και σώματος». Υπάρχουν εκδοχές δυϊσμού ιδιοτήτων, ουδέτερου μονισμού και άλλες προσεγγίσεις που προσπαθούν να αποφύγουν την εικόνα δύο ξεχωριστών κόσμων. Το ενδιαφέρον όμως παραμένει, η υποκειμενική εμπειρία φαίνεται τόσο διαφορετική από την τρίτου προσώπου περιγραφή ενός νευρωνικού συστήματος ώστε η σχέση τους εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της φιλοσοφίας του νου.

Και ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτές οι θεωρίες δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζονται σαν αντίπαλα δόγματα όπου κάποιος πρέπει να επιλέξει μία «σωστή» απάντηση. Αποτελούν διαφορετικές προσπάθειες να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που ακόμη δεν έχει κλείσει.

Μήπως ο νους βρίσκεται έξω από το κεφάλι;

Υπάρχει όμως και μια διαφορετική μετατόπιση. Η θεωρία του extended mind δεν υποστηρίζει ότι η συνείδηση αιωρείται έξω από τον εγκέφαλο ούτε ότι υπάρχει κάποια άγνωστη ενεργειακή ουσία που ταξιδεύει στον χώρο. Προτείνει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: ότι ορισμένες γνωστικές διαδικασίες μπορεί να εξαρτώνται ουσιαστικά από στοιχεία έξω από τα βιολογικά όρια του οργανισμού.

Η Stanford Encyclopedia of Philosophy σημειώνει ότι η «extended mind» θεωρία, που συνδέεται ιδιαίτερα με τους Andy Clark και David Chalmers, υποστηρίζει ότι ορισμένοι φορείς νοητικού περιεχομένου δεν είναι κατ’ ανάγκη εξαντλημένοι από όσα συμβαίνουν μέσα στον εγκέφαλο και το σώμα. Η ιδέα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πεδίο 4E cognition, όπου ο νους εξετάζεται ως embodied, embedded, enacted και extended.

Ένα απλό παράδειγμα είναι η χρήση ενός σημειωματάριου ως σταθερού μέρους μιας διαδικασίας μνήμης. Αν κάποιος βασίζεται συστηματικά σε αυτό για να αποθηκεύει και να ανακτά πληροφορίες, μπορούμε να ρωτήσουμε αν το γνωστικό σύστημα πρέπει να οριστεί αποκλειστικά από τον εγκέφαλό του ή από τον εγκέφαλο σε συνδυασμό με το περιβάλλον που χρησιμοποιεί. Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον στην ψηφιακή εποχή, όπου μνήμη, επικοινωνία, αναζήτηση και ταυτότητα έχουν ήδη επεκταθεί σε δίκτυα και συσκευές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κινητό μας είναι «μέρος της συνείδησής μας» με μεταφυσική έννοια. Σημαίνει ότι τα όρια του γνωστικού συστήματος μπορεί να μην συμπίπτουν πάντα με τα όρια του κρανίου.

Και εδώ εμφανίζεται ένα παράξενο σύγχρονο φαινόμενο. Έχουμε αρχίσει να αφήνουμε ψηφιακά ίχνη του εαυτού μας σε τέτοια κλίμακα ώστε τμήματα της μνήμης, της έκφρασης, της κοινωνικής παρουσίας και της προσωπικής ιστορίας μας μπορούν να συνεχίζουν να υπάρχουν έξω από το βιολογικό μας σώμα. Σε σχετικές έρευνες που εξετάζεται η νοόσφαιρα και η ψηφιακή εποχή, η ιδέα διατυπώνεται ως ένα είδος πρωτόγονου σκαλοπατιού μιας συλλογικής συνείδησης, το διαδίκτυο δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια η νοόσφαιρα, αλλά ένα περιβάλλον στο οποίο τμήματα της ανθρώπινης μνήμης και ταυτότητας μπορούν να επεκταθούν.

Αν αυτό ακούγεται ήδη λίγο cyberpunk, δεν είναι τυχαίο.

Η κβαντική παγίδα

Σε αυτό το σημείο η συζήτηση για την πραγματικότητα συχνά κάνει ένα επικίνδυνο άλμα. Εμφανίζεται η κβαντική μηχανική και ξαφνικά ακούμε ότι «ο παρατηρητής δημιουργεί την πραγματικότητα». Πρόκειται για μία από τις πιο διαδεδομένες αλλά και πιο παραπλανητικές φράσεις της σύγχρονης popular μεταφυσικής.

Η κβαντική θεωρία πράγματι έχει ένα εξαιρετικά περίπλοκο πρόβλημα μέτρησης. Η έννοια του παρατηρητή, της μέτρησης, της κατάστασης και της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες και σε βαθιά φιλοσοφική συζήτηση. Όμως «παρατηρητής» στη φυσική δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ένας άνθρωπος που κοιτάζει συνειδητά ένα πείραμα. Η ίδια η ιστορία της θεωρίας περιλαμβάνει διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με το πού τοποθετείται το όριο ανάμεσα στο μετρούμενο σύστημα και το σύστημα μέτρησης. Η σχετική φιλοσοφική βιβλιογραφία σημειώνει μάλιστα ότι, στη von Neumann προσέγγιση, δεν είναι ουσιώδες αν ο τελικός «παρατηρητής» θεωρηθεί ένας ανιχνευτής ή ο ανθρώπινος εγκέφαλος.

Υπήρξαν ασφαλώς θεωρίες που έδωσαν ιδιαίτερο ρόλο στη συνείδηση, από τους London και Bauer έως τον Wigner, ενώ αργότερα αναπτύχθηκαν και πιο τολμηρές προσεγγίσεις. Αλλά αυτές αποτελούν συγκεκριμένες φιλοσοφικές ή ερμηνευτικές θέσεις, όχι γενικό συμπέρασμα της κβαντικής μηχανικής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι εμφανίζεται ακριβώς αυτή η γοητεία, η ιδέα ότι η Copenhagen ερμηνεία και η έννοια της παρατήρησης ίσως συνδέουν τη συνείδηση με τη δημιουργία της πραγματικότητας. Το ίδιο υλικό, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα ενδεχόμενο που μπορεί να αποτελεί υπερβολική προέκταση. Αυτό είναι ίσως το σωστό σημείο στάσης. Να κρατήσουμε την απορία χωρίς να μετατρέψουμε την απορία σε απόδειξη.

Η κβαντική μηχανική δεν μας δίνει άδεια να πούμε ότι η ανθρώπινη σκέψη δημιουργεί κατά βούληση το σύμπαν. Μας δίνει, όμως, έναν ακόμη λόγο να καταλάβουμε ότι η σχέση ανάμεσα σε σύστημα, μέτρηση, πληροφορία και παρατήρηση είναι πολύ πιο σύνθετη από την απλή εικόνα ενός αντικειμενικού κόσμου που απλώς περιμένει να τον κοιτάξουμε.

Και αν η πραγματικότητα είναι πληροφορία;

Εδώ η φιλοσοφική συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύγχρονη. Η πληροφορία έχει εξελιχθεί σε μία από τις κεντρικές έννοιες με τις οποίες περιγράφουμε τη φύση, την τεχνολογία και την ανθρώπινη γνώση. Από τα δεδομένα των αισθήσεων μέχρι το DNA, από τα νευρωνικά σήματα μέχρι τα κβαντικά συστήματα, η πληροφορία φαίνεται να διαπερνά την περιγραφή της πραγματικότητας.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το σύμπαν είναι κυριολεκτικά ένας υπολογιστής ή ότι κάποιος «προγραμματιστής» βρίσκεται κάπου έξω από αυτό. Η μεταφορά είναι ισχυρή, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της φυσική θεωρία.

Κι όμως, είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς πόσο διαφορετικά αρχίζουμε να σκεφτόμαστε την πραγματικότητα σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος μπορεί ήδη να δημιουργήσει τεχνητούς κόσμους, εικονικά περιβάλλοντα, ψηφιακούς χαρακτήρες και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που μιμούνται ανθρώπινες μορφές επικοινωνίας. Για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία, η ανθρωπότητα δεν περιορίζεται στο να φαντάζεται εναλλακτικές πραγματικότητες. Αρχίζει να τις κατασκευάζει.

Και τότε η υπόθεση της προσομοίωσης αποκτά διαφορετικό ενδιαφέρον.

Το 2003 ο Nick Bostrom δημοσίευσε το περίφημο επιχείρημά του «Are We Living in a Computer Simulation?». Το επιχείρημα δεν λέει απλώς ότι «ίσως ζούμε στο Matrix». Προτείνει ένα τρίλημμα, είτε οι ανθρώπινοι πολιτισμοί δεν φτάνουν ποτέ σε ένα μετα-ανθρώπινο στάδιο ικανό να δημιουργεί τεράστιες προσομοιώσεις, είτε τέτοιοι πολιτισμοί φτάνουν εκεί αλλά δεν δημιουργούν σημαντικό αριθμό προσομοιώσεων, είτε, εφόσον οι προσομοιώσεις αυτές δημιουργούνται σε τεράστιους αριθμούς, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη την πιθανότητα ότι βρισκόμαστε ήδη σε μία από αυτές.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη λογική του επιχειρήματος και όχι στην εντυπωσιακή τελική εικόνα. Ο Bostrom δεν απέδειξε ότι ζούμε σε προσομοίωση. Η ίδια η συζήτηση γύρω από το επιχείρημα έχει αμφισβητήσει κρίσιμες παραδοχές του, μεταξύ άλλων τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η αρχή της αδιαφορίας και το κατά πόσο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι παρατηρητές μας πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισοπίθανοι.

Η υπόθεση λοιπόν παραμένει φιλοσοφική. Αλλά έχει μια ιδιότητα που την κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για το ερώτημα της πραγματικότητας, μας αναγκάζει να ξεχωρίσουμε το «είναι πραγματικό» από το «είναι θεμελιώδες».

Αν ένας ψηφιακός κόσμος ήταν τέλειος σε κάθε επίπεδο που μπορούμε να βιώσουμε, θα ήταν λιγότερο πραγματικός για τα όντα που ζουν μέσα του; Αν μια συνείδηση μπορούσε να υπάρχει σε διαφορετικό υπόστρωμα από το βιολογικό, τι θα καθόριζε την πραγματικότητά της; Και αν κάποτε δημιουργήσουμε εικονικά περιβάλλοντα στα οποία θα υπάρχουν όντα που θεωρούν τον κόσμο τους αυτονόητο, πόσο διαφορετική θα είναι η θέση τους από τη δική μας;

Το ερώτημα δεν χρειάζεται να έχει θετική απάντηση για να είναι αποκαλυπτικό.

Ο Philip K. Dick και η πραγματικότητα που ραγίζει

Ίσως κανένας συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας δεν έζησε τόσο έντονα την ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι ασταθής όσο ο Philip K. Dick. Στα έργα του, οι χαρακτήρες συχνά δεν αντιμετωπίζουν έναν απλό εξωτερικό κόσμο. Αντιμετωπίζουν προβλήματα ταυτότητας, μνήμης, τεχνητής ζωής, πλαστών αναμνήσεων, εναλλακτικών ιστορικών και πραγματικοτήτων που αποδεικνύονται πολύ λιγότερο αξιόπιστες απ’ όσο νόμιζαν.

Στο βιβλίο του “Do Androids Dream of Electric Sheep?” το 1968, για παράδειγμα, το ερώτημα της πραγματικότητας περνά μέσα από την έννοια της ενσυναίσθησης, της τεχνητής ζωής και της αβεβαιότητας γύρω από το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Το χαρακτηριστικό με το ηλεκτρικό ζώο είναι σχεδόν συμβολικό, ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι κάτι δεν είναι βιολογικά ζωντανό, μπορούμε να αναπτύξουμε πραγματική συναισθηματική σχέση μαζί του. Η εμπειρία μπορεί να αποκτήσει πραγματικές συνέπειες ακόμη και όταν το αντικείμενο της εμπειρίας είναι τεχνητό. Επισημαίνει ακριβώς αυτή την ειρωνική διάσταση του ηλεκτρικού ζώου και της ανθρώπινης φροντίδας που τελικά δεν εξαρτάται από το αν το ζώο είναι «πραγματικό» με τη βιολογική έννοια.

Αλλά ο Dick δεν έμεινε στη μυθοπλασία. Το 1974 βίωσε μια σειρά από εξαιρετικά παράξενες εμπειρίες που θα τον απασχολούσαν μέχρι το τέλος της ζωής του. Περιέγραψε ένα έντονο φως, θρησκευτικές και ιστορικές εικόνες, πληροφορίες που θεωρούσε ότι έφταναν σε εκείνον από μια υπερβατική νοημοσύνη και την αίσθηση ότι υπήρχαν ταυτόχρονα διαφορετικά επίπεδα πραγματικότητας. Αργότερα συνέδεσε αυτές τις εμπειρίες με το V.A.L.I.S., το «Vast Active Living Intelligence System». Η εμπειρία αυτή έγινε αντικείμενο τεράστιας προσωπικής και φιλοσοφικής επεξεργασίας, μέσα από την Exegesis και τα έργα της περιόδου του V.A.L.I.S..

Το ενδιαφέρον δεν είναι να αποφασίσουμε αν ο Dick είδε πράγματι μια εξωτερική οντότητα, αν βίωσε μια νευρολογική κατάσταση ή αν η εμπειρία του είχε κάποια άλλη εξήγηση. Δεν έχουμε λόγο να μετατρέψουμε την προσωπική του εμπειρία σε επιστημονική απόδειξη. Το σημαντικό είναι κάτι διαφορετικό, ο ίδιος ο Dick αντιμετώπισε την εμπειρία ως πρόβλημα γνώσης.

Τι κάνεις όταν βιώνεις κάτι που μοιάζει απολύτως πραγματικό αλλά δεν μπορείς να το εντάξεις στην υπάρχουσα εικόνα του κόσμου; Απορρίπτεις την εμπειρία; Αμφισβητείς την πραγματικότητα; Αμφισβητείς το μυαλό σου; Ή κρατάς ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα;

Αυτή η τελευταία στάση είναι ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα.

Η πραγματικότητα είναι η δεν είναι ό,τι πιστεύουμε;

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διάκριση που πρέπει να διατηρήσουμε. Το ότι η αντίληψή μας είναι κατασκευασμένη δεν σημαίνει ότι όλες οι αντιλήψεις είναι εξίσου αληθείς. Το ότι ο εγκέφαλος δημιουργεί μοντέλα δεν σημαίνει ότι μπορεί να δημιουργήσει οποιονδήποτε κόσμο θέλει. Το ότι υπάρχουν φιλοσοφικές θεωρίες που τοποθετούν τη συνείδηση πιο κοντά στη θεμελιώδη πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι η συνείδηση αποδεδειγμένα δημιουργεί το σύμπαν. Το ότι η κβαντική μηχανική έχει παράξενες ιδιότητες δεν σημαίνει ότι η σκέψη μας μεταβάλλει κατά βούληση την ύλη. Και το ότι η υπόθεση της προσομοίωσης είναι φιλοσοφικά συνεκτική δεν σημαίνει ότι βρήκαμε τον κώδικα του σύμπαντος.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο μιας πραγματικά εναλλακτικής γνωσιολογίας, η αμφισβήτηση δεν πρέπει να αντικαθιστά την πίστη με μια άλλη πίστη.

Αν αμφισβητούμε την επίσημη εικόνα της πραγματικότητας μόνο και μόνο για να αποδεχθούμε χωρίς έλεγχο μια πιο εντυπωσιακή εναλλακτική, δεν έχουμε γίνει πιο ελεύθεροι. Απλώς αλλάξαμε αφήγημα. Η πραγματική γνωσιολογική αμφιβολία είναι δυσκολότερη. Απαιτεί να αντέχουμε την αβεβαιότητα χωρίς να σπεύδουμε να τη γεμίσουμε.

Αυτό ακριβώς φαίνεται και στη συζήτηση για τα τούνελ της πραγματικότητας. Η ιδέα ότι ο εγκέφαλος φιλτράρει πληροφορίες και οργανώνει τον κόσμο σύμφωνα με προηγούμενα μοντέλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά, αλλά μπορεί επίσης να μετατραπεί σε παγίδα, «αφού όλα είναι φίλτρα, άρα οποιαδήποτε ερμηνεία είναι πιθανή». Δεν ισχύει αυτό. Η επιστημονική γνώση υπάρχει ακριβώς επειδή ορισμένα μοντέλα αποτυγχάνουν, ορισμένες προβλέψεις διαψεύδονται και ορισμένες ερμηνείες δεν επιβιώνουν απέναντι στα δεδομένα.

Η αβεβαιότητα δεν είναι άρνηση της γνώσης. Είναι προϋπόθεση για να διορθώνεται η γνώση.

Και τελικά, που καταλήγει ο παρατηρητής;

Κι έτσι επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα. Αν ο εγκέφαλος κατασκευάζει ένα μοντέλο του κόσμου, αν η συνείδηση είναι το πεδίο μέσα στο οποίο αυτό το μοντέλο βιώνεται, αν ο νους μπορεί να εξαρτάται εν μέρει από το περιβάλλον, και αν η ίδια η φυσική μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει μέτρηση και παρατήρηση, τότε πού τελειώνει ο παρατηρητής και πού αρχίζει ο κόσμος;

Ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται σε ένα γεωγραφικό όριο. Δεν υπάρχει απαραίτητα μια γραμμή πίσω από τα μάτια μας όπου τελειώνει ο «εσωτερικός κόσμος» και ξεκινά ο «εξωτερικός». Η αντίληψη είναι μια διαδικασία αλληλεπίδρασης. Ο οργανισμός βρίσκεται μέσα στο περιβάλλον, κινείται μέσα σε αυτό, λαμβάνει πληροφορίες από αυτό, το μεταβάλλει και ταυτόχρονα μεταβάλλεται από αυτό.

Η πραγματικότητα που βιώνουμε λοιπόν δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο απέναντί μας. Είναι μια σχέση.

Και αυτό εξηγεί ίσως γιατί διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να βρίσκονται στον ίδιο φυσικό χώρο και να βιώνουν διαφορετικούς κόσμους. Δεν σημαίνει ότι υπάρχουν πέντε διαφορετικά σύμπαντα. Σημαίνει ότι το ίδιο γεγονός περνά μέσα από διαφορετικές μνήμες, προσδοκίες, φόβους, γνώσεις και αισθητηριακά συστήματα. Το κοινό γεγονός υπάρχει. Η βιωμένη πραγματικότητα δεν είναι απαραίτητα ίδια.

Το βλέπουμε ακόμη και σε πολύ πιο ακραίες περιπτώσεις. Όπως η περίπτωση των E.V.P. ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει η ίδια ηχογράφηση, αλλά διαφορετικοί ακροατές να ακούν διαφορετικές λέξεις ή ακόμη και να μην ακούν καμία φωνή. Το ενδιαφέρον δεν είναι απλώς αν «υπάρχει φωνή», αλλά πώς αποφασίζουμε ότι ένας ασαφής ήχος αποτελεί γλωσσικό μοτίβο και ποιο είδος ελέγχου θα μπορούσε να μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη.

Εδώ συναντώνται με έναν απρόσμενο τρόπο η ψυχολογία της αντίληψης, η φιλοσοφία της επιστήμης και η εναλλακτική γνωσιολογία. Δεν αρκεί να ρωτήσουμε «τι άκουσα;». Πρέπει να ρωτήσουμε και «πώς αποφάσισα τι άκουσα;».

Ίσως το παράξενο να είμαστε εμείς..

Η συζήτηση για την πραγματικότητα συχνά αναζητά κάτι κρυμμένο πίσω από τον κόσμο. Μια άλλη διάσταση, μια προσομοίωση, μια υπερβατική νοημοσύνη, ένα βαθύτερο επίπεδο ύπαρξης, μια άγνωστη φυσική αρχή. Αλλά υπάρχει ένα ενδεχόμενο πολύ πιο κοντά μας και ίσως πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπίσουμε, ότι το μεγαλύτερο μυστήριο δεν βρίσκεται πίσω από την πραγματικότητα. Βρίσκεται στο γεγονός ότι υπάρχει κάποιος που τη βιώνει.

Έχουμε πετύχει τεράστια πρόοδο στην περιγραφή του σύμπαντος. Μπορούμε να υπολογίσουμε τροχιές πλανητών, να ανιχνεύσουμε μακρινούς γαλαξίες, να παρατηρήσουμε σωματίδια, να τροποποιήσουμε γονίδια και να κατασκευάσουμε μηχανές που επεξεργάζονται γλώσσα. Μπορούμε να δημιουργήσουμε εικονικούς κόσμους και να παράγουμε ψηφιακές αναπαραστάσεις ανθρώπων. Κι όμως, το γεγονός ότι ένα βιολογικό σύστημα μετατρέπεται σε έναν κόσμο εμπειρίας παραμένει βαθιά παράξενο.

Μπορεί να γνωρίζουμε όλο και περισσότερα για το πώς λειτουργεί η αντίληψη χωρίς να έχουμε λύσει πλήρως τι είναι αυτό που βιώνει.

Μπορεί να γνωρίζουμε όλο και περισσότερα για τον εγκέφαλο χωρίς να έχουμε αποφασίσει αν η συνείδηση είναι προϊόν του, ιδιότητα της φύσης, θεμελιώδες στοιχείο της πραγματικότητας ή κάτι που απαιτεί μια διαφορετική κατηγορία εξήγησης.

Μπορεί να κατασκευάσουμε προσομοιώσεις τόσο πειστικές ώστε η διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το εικονικό να γίνει πολιτισμικά δυσκολότερη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε αποδείξει πως η δική μας πραγματικότητα είναι προσομοιωμένη.

Και μπορεί τελικά το μεγαλύτερο γνωσιολογικό μας όριο να μην είναι η έλλειψη πληροφοριών αλλά το γεγονός ότι όλες οι πληροφορίες που έχουμε για τον κόσμο περνούν μέσα από έναν παρατηρητή που αποτελεί και ο ίδιος μέρος του κόσμου.

Ίσως γι’ αυτό το ερώτημα «Είναι η πραγματικότητα αυτό που νομίζεις;» δεν χρειάζεται να έχει μια εντυπωσιακή απάντηση.

Δεν χρειάζεται να καταλήξουμε ότι η πραγματικότητα είναι ψευδαίσθηση. Δεν έχουμε λόγο να ισχυριστούμε ότι η συνείδηση είναι το θεμέλιο του σύμπαντος. Δεν χρειάζεται να πιστέψουμε ότι ζούμε σε προσομοίωση, ούτε να χρησιμοποιήσουμε την κβαντική μηχανική ως μεταφυσικό άλλοθι. Και δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε αν ο Philip K. Dick είδε πράγματι κάτι που βρίσκεται πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη.

Ίσως αρκεί να αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα είναι πολύ πιο βαθύ από όσο μας επιτρέπει η καθημερινότητα να αντιληφθούμε.

Όταν κοιτάζουμε τον κόσμο, δεν τον κοιτάζουμε «από έξω». Είμαστε μέσα του. Η αντίληψή μας είναι προϊόν μιας βιολογικής ιστορίας εκατομμυρίων ετών. Ο εγκέφαλός μας δεν σχεδιάστηκε για να γνωρίζει την απόλυτη πραγματικότητα αλλά για να επιτρέπει σε έναν οργανισμό να επιβιώνει, να προβλέπει, να κινείται και να δρα. Η εικόνα που βιώνουμε είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Αλλά το χρήσιμο δεν είναι κατ’ ανάγκη το πλήρες.

Ίσως λοιπόν η πραγματικότητα να είναι πολύ μεγαλύτερη από την εμπειρία μας. Ίσως όμως και η έννοια της «πραγματικότητας όπως είναι πραγματικά» να είναι πιο δύσκολη από όσο υποθέτουμε. Γιατί κάθε φορά που προσπαθούμε να την πλησιάσουμε, χρησιμοποιούμε αισθήσεις, όργανα, μαθηματικά, γλώσσα, μοντέλα και τελικά έναν νου που πρέπει να μετατρέψει όλα αυτά σε νόημα.

Το πιο παράξενο χαρακτηριστικό της πραγματικότητας ίσως δεν είναι ότι μπορεί να κρύβει μυστικά από εμάς. Ίσως είναι ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε την πραγματικότητα περνά μέσα από τη συνείδησή μας.

Δεν βλέπουμε τον κόσμο «από έξω».

Δεν μπορούμε να βγούμε από το ίδιο το σύστημα αντίληψης με το οποίο προσπαθούμε να τον κατανοήσουμε.

Και έτσι επιστρέφουμε, μετά από χιλιάδες χρόνια φιλοσοφίας, νευροεπιστήμης, φυσικής και επιστημονικής φαντασίας, στην ίδια ερώτηση που κάποτε βρισκόταν στην είσοδο ενός σπηλαίου.

Είναι η πραγματικότητα αυτό που νομίζεις;

Ή μήπως αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα είναι απλώς ο κόσμος όπως μπορεί να τον βιώσει ένας συγκεκριμένος τύπος συνείδησης;

Ίσως δεν γνωρίζουμε ακόμη την απάντηση. Και ίσως, για ένα ερώτημα αυτού του μεγέθους, το σημαντικότερο δεν είναι να έχουμε ήδη την απάντηση. Είναι να μην έχουμε πάψει να ρωτάμε.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…