Ο Jim Channon και το First Earth Battalion: Πώς ένας βετεράνος του Βιετνάμ οραματίστηκε τον ψυχικό στρατιώτη του μέλλοντος


Ο Jim Channon και το First Earth Battalion: Πώς ένας βετεράνος του Βιετνάμ οραματίστηκε τον ψυχικό στρατιώτη του μέλλοντος

 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, σε μια αίθουσα του Αμερικανικού στρατού, ένας αντισυνταγματάρχης παρουσίαζε στους ανωτέρους του μια πρόταση που έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει περισσότερο από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος φαντασίας παρά από κάποιο στρατιωτικό εγχειρίδιο. Μιλούσε για στρατιώτες που θα εκπαιδεύονταν στον διαλογισμό, θα ανέπτυσσαν την παρατηρητικότητα και τη διαίσθησή τους, θα μελετούσαν οικολογία, ψυχολογία, τεχνικές χαλάρωσης και μη θανατηφόρες μεθόδους αντιμετώπισης συγκρούσεων.

Περιέγραφε μονάδες που θα χρησιμοποιούσαν τη μουσική ως μέσο αποκλιμάκωσης της έντασης, θα επένδυαν στην ανθρώπινη συνεργασία περισσότερο απ’ ό,τι στην ωμή βία και θα αντιμετώπιζαν τον πλανήτη ως κάτι που όφειλαν να προστατεύσουν, όχι απλώς ως ένα ακόμη πεδίο επιχειρήσεων. Σε κάποια σημεία του οράματός του υπήρχαν ακόμη και αναφορές σε τηλεπάθεια, βιοανάδραση, αλλοιωμένες καταστάσεις συνείδησης και άλλες ιδέες που μέχρι τότε συναντούσε κανείς κυρίως στην αντικουλτούρα της Καλιφόρνιας ή στα εργαστήρια παραψυχολογικής έρευνας.

Το εντυπωσιακό όμως δεν ήταν το περιεχόμενο της πρότασης. Ήταν ο άνθρωπος που την παρουσίαζε.

Δεν επρόκειτο για κάποιον συγγραφέα φαντασίας, ούτε για έναν γκουρού του κινήματος New Age. Ήταν ο Αντισυνταγματάρχης Jim Channon, βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ, αξιωματικός των αμερικανικών αερομεταφερόμενων δυνάμεων και άνθρωπος που είχε περάσει σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο σε μία από τις πιο βίαιες και ψυχολογικά εξαντλητικές συγκρούσεις του 20ού αιώνα. Εκεί, μέσα στη ζούγκλα της Νοτιοανατολικής Ασίας, άρχισε να γεννιέται ένα ερώτημα που θα καθόριζε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του, μήπως η πραγματική ισχύς ενός στρατού δεν εξαρτάται μόνο από τα όπλα του, αλλά και από την ποιότητα της ανθρώπινης συνείδησης εκείνων που τα κρατούν;

Η ιστορία του Jim Channon αποτελεί μία από τις πιο παράδοξες και ταυτόχρονα λιγότερο γνωστές ιστορίες της σύγχρονης στρατιωτικής ιστορίας. Το όνομά του έγινε ευρύτερα γνωστό μόνο όταν, αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο Βρετανός δημοσιογράφος John Ronson δημοσίευσε το βιβλίο The Men Who Stare at Goats, το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές τον Jeff Bridges και τον George Clooney. Η ταινία, αν και βασίστηκε σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, επέλεξε τον δρόμο της σάτιρας και του σουρεαλισμού, αφήνοντας στο περιθώριο το βαθύτερο ερώτημα που απασχολούσε τον Channon. Έτσι, για τους περισσότερους θεατές, ο Αμερικανός αξιωματικός έμεινε στη μνήμη ως ο εμπνευστής ενός σχεδίου για… στρατιώτες που θα σκότωναν κατσίκες με τη δύναμη του βλέμματός τους.

Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη.

Για να κατανοήσει κανείς το First Earth Battalion, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τον άνθρωπο που το συνέλαβε. Και για να κατανοήσει τον Jim Channon, πρέπει να επιστρέψει αρκετά χρόνια πριν από το περίφημο εγχειρίδιό του, σε μια εποχή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν βυθισμένες σε έναν πόλεμο που θα άλλαζε όχι μόνο τη γεωπολιτική ισορροπία του κόσμου, αλλά και την ψυχολογία μιας ολόκληρης γενιάς στρατιωτικών.

Ο Jim Channon γεννήθηκε το 1940 και ακολούθησε μια πορεία που έμοιαζε απολύτως συμβατική για έναν νέο Αμερικανό αξιωματικό της εποχής. Εκπαιδεύτηκε μέσα στη λογική του ψυχρού πολέμου, όταν η στρατιωτική ισχύς θεωρούνταν το σημαντικότερο εργαλείο αποτροπής και η πειθαρχία αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε στρατιωτικής οργάνωσης. Η καριέρα του εξελισσόταν σύμφωνα με όλα τα πρότυπα της εποχής, μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε στο Βιετνάμ, υπηρετώντας στην 173η Αερομεταφερόμενη Ταξιαρχία, μία από τις πλέον δραστήριες μονάδες του αμερικανικού στρατού κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Η 173η είχε αποκτήσει ήδη τη φήμη μιας δύναμης που αναλάμβανε ιδιαίτερα απαιτητικές επιχειρήσεις στις πιο επικίνδυνες περιοχές της χώρας. Οι στρατιώτες της επιχειρούσαν μέσα σε πυκνή ζούγκλα, σε περιβάλλον όπου ο εχθρός σπάνια ήταν ορατός και όπου κάθε βήμα μπορούσε να οδηγήσει σε ενέδρα. Οι συμβατικές στρατιωτικές τακτικές αποδεικνύονταν πολλές φορές ανεπαρκείς απέναντι σε έναν αντίπαλο που γνώριζε το έδαφος, κινούνταν αθόρυβα και εκμεταλλευόταν στο έπακρο το φυσικό περιβάλλον.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Channon άρχισε να παρατηρεί ότι η επιβίωση δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από την εκπαίδευση ή τον εξοπλισμό. Παρατηρούσε πως υπήρχαν στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρη η ομάδα του αντιδρούσε σχεδόν ταυτόχρονα σε κινδύνους που κανείς δεν είχε ακόμη εντοπίσει συνειδητά. Αργότερα θα περιέγραφε περιστατικά όπου οι άνδρες του σταματούσαν αυθόρμητα την πορεία τους μέσα στη ζούγκλα, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια διαταγή ή εμφανές ερέθισμα, και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αποκαλυπτόταν η παρουσία εχθρικών δυνάμεων σε πολύ μικρή απόσταση. Για τον ίδιο, αυτές οι εμπειρίες δεν αποτελούσαν απαραίτητα απόδειξη παραφυσικών ικανοτήτων. Ήταν, όμως, ένδειξη ότι ο ανθρώπινος νους ίσως διαθέτει δυνατότητες αντίληψης που η συμβατική στρατιωτική εκπαίδευση αγνοούσε πλήρως.

Η εμπειρία αυτή τον σημάδεψε βαθιά. Σύμφωνα με τις δικές του μαρτυρίες, κατάφερε να επιστρέψει από το Βιετνάμ έχοντας χάσει μόνο έναν άνδρα της ομάδας του, ενώ θεωρούσε εξίσου σημαντικό ότι οι επιχειρήσεις τους δεν είχαν οδηγήσει στον θάνατο αμάχων. Είτε αποδεχθεί κανείς πλήρως αυτή την αφήγηση είτε την αντιμετωπίσει με επιφύλαξη, είναι σαφές ότι ο ίδιος ο Channon πίστευε πως η επιτυχία τους οφειλόταν λιγότερο στη δύναμη πυρός και περισσότερο στην πειθαρχία, στην παρατήρηση, στην απόλυτη συνεργασία και σε μια ιδιαίτερη μορφή συλλογικής επίγνωσης που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στους άνδρες του.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε και επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Jim Channon δεν ήταν πλέον ο ίδιος άνθρωπος που είχε φύγει για τη Νοτιοανατολική Ασία. Ενώ πολλοί βετεράνοι προσπαθούσαν απλώς να αφήσουν πίσω τους τις αναμνήσεις του πολέμου, εκείνος ξεκίνησε μια εντελώς διαφορετική αναζήτηση. Αντί να αναρωτηθεί πώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας αποτελεσματικότερος στρατός, άρχισε να αναρωτιέται αν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί ένας διαφορετικός στρατός.

Για τον Channon, η αναζήτηση αυτή δεν αποτελούσε άρνηση της στρατιωτικής ζωής ούτε μια ρομαντική απόρριψη της πραγματικότητας του πολέμου. Αντίθετα, πίστευε ότι οι ένοπλες δυνάμεις όφειλαν να εξελιχθούν όπως εξελίσσονταν η επιστήμη, η τεχνολογία και η κοινωνία. Επανερχόταν συχνά σε μια απλή αλλά ουσιαστική σκέψη, οι στρατιώτες δεν χρειάζονταν απαραίτητα μεγαλύτερα όπλα, αλλά καλύτερα εκπαιδευμένο νου. Η αυτοκυριαρχία, η παρατηρητικότητα, η νηφάλια σκέψη κάτω από ακραία πίεση και η βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου ήταν, κατά την άποψή του, δεξιότητες εξίσου κρίσιμες με την τακτική ή τη δύναμη πυρός.

Αυτή η ιδέα θα αποτελούσε το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα οικοδομούσε ολόκληρο το όραμα του First Earth Battalion.

Όταν ο Jim Channon επέστρεψε από το Βιετνάμ, δεν έμοιαζε με έναν άνθρωπο που είχε χάσει την πίστη του στον στρατό. Αντίθετα, συνέχισε να πιστεύει βαθιά στην αξία της στρατιωτικής υπηρεσίας. Εκείνο που είχε κλονιστεί ήταν η βεβαιότητά του ότι ο τρόπος με τον οποίο εκπαιδεύονταν και λειτουργούσαν οι ένοπλες δυνάμεις αποτελούσε τη μοναδική δυνατή επιλογή. Για τον ίδιο, το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν η ύπαρξη των στρατών, αλλά το γεγονός ότι αυτοί είχαν εξελιχθεί σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την τεχνολογία, τα όπλα και τη δύναμη πυρός, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τον σημαντικότερο ίσως παράγοντα κάθε σύγκρουσης, τον ίδιο τον άνθρωπο.

Η δεκαετία του 1970 υπήρξε μια περίοδος βαθιάς αναζήτησης για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε αφήσει πίσω του όχι μόνο δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, αλλά και μια κοινωνία που αμφισβητούσε σχεδόν κάθε θεσμό. Παράλληλα, στην άλλη πλευρά της χώρας, κυρίως στην Καλιφόρνια, αναπτυσσόταν ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό ρεύμα. Ψυχολόγοι, επιστήμονες, βιολόγοι, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, φιλόσοφοι και ερευνητές της ανθρώπινης συμπεριφοράς αναζητούσαν νέους τρόπους κατανόησης της συνείδησης, της δημιουργικότητας και της συνεργασίας. Ήταν η εποχή κατά την οποία η έννοια του Human Potential Movement αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση, υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος διαθέτει δυνατότητες που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτες και ότι η εκπαίδευση, η αυτογνωσία και η εμπειρία μπορούν να τις αναδείξουν.

Ο Jim Channon δεν παρακολούθησε αυτές τις εξελίξεις ως απλός θεατής. Ο Aμερικανικός στρατός, αναζητώντας νέες ιδέες μετά την κρίση του Βιετνάμ, του ανέθεσε να συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα διερεύνησης του μέλλοντος του πολέμου και της στρατιωτικής οργάνωσης. Αντί να περιοριστεί σε στρατιωτικές σχολές και επιτελεία, ο Channon ταξίδεψε στην Καλιφόρνια, επισκέφθηκε συνέδρια, ερευνητικά κέντρα και κοινότητες που πειραματίζονταν με νέες μορφές εκπαίδευσης, συνεργασίας και ανθρώπινης ανάπτυξης. Ο ίδιος αργότερα περιέγραφε αυτή την εμπειρία σαν ένα ταξίδι σε έναν κόσμο που βρισκόταν «λίγο μπροστά από την εποχή του», έναν κόσμο όπου άνθρωποι από εντελώς διαφορετικά γνωστικά πεδία αντάλλασσαν ιδέες χωρίς τα στεγανά που χαρακτήριζαν τους παραδοσιακούς θεσμούς.

Ανάμεσα στα μέρη που τον επηρέασαν περισσότερο βρισκόταν το περίφημο Esalen Institute, στις ακτές του Big Sur. Εκεί συναντιούνταν νευροεπιστήμονες, ψυχολόγοι, δάσκαλοι διαλογισμού, ειδικοί στη βιοανάδραση, ερευνητές της δημιουργικότητας και άνθρωποι που προσπαθούσαν να κατανοήσουν βαθύτερα τις δυνατότητες του ανθρώπινου νου. Για πολλούς αξιωματικούς της εποχής, ένας τέτοιος χώρος θα φάνταζε εντελώς ξένος προς τη στρατιωτική κουλτούρα. Για τον Channon, όμως, αποτέλεσε μια μοναδική ευκαιρία να δει πώς η πειθαρχία, η αυτοπαρατήρηση και η ψυχολογική ανθεκτικότητα μπορούσαν να αποκτήσουν εντελώς διαφορετικό νόημα.

Την ίδια περίοδο, ένα ακόμη έργο άσκησε καθοριστική επίδραση στη σκέψη του, το Whole Earth Catalog του Stewart Brand. Περισσότερο από έναν απλό κατάλογο εργαλείων και βιβλίων, το έργο αυτό αποτελούσε μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Συνδύαζε την τεχνολογία με την οικολογία, την αυτονομία με τη συνεργασία και τη δημιουργικότητα με την πρακτική γνώση. Ο Channon αναγνώρισε αμέσως ότι πίσω από αυτές τις ιδέες υπήρχε ένα νέο πρότυπο ηγεσίας, βασισμένο όχι στην επιβολή αλλά στην κατανόηση, όχι στον φόβο αλλά στην ευθύνη. Αργότερα θα αναφέρει ότι το δικό του Evolutionary Tactics Field Manual γεννήθηκε μέσα σε αυτό ακριβώς το πολιτισμικό περιβάλλον, όταν αξιωματικοί του αμερικανικού στρατού άρχισαν να διαβάζουν παράλληλα στρατιωτικά εγχειρίδια και το Whole Earth Catalog, προσπαθώντας να φανταστούν ένα διαφορετικό μέλλον.

Καθώς ολοκλήρωνε αυτή την ιδιότυπη περιοδεία σε ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια και κοινότητες δημιουργικής σκέψης, ο Channon συνειδητοποιούσε ότι ο στρατός είχε μπροστά του μια μοναδική ευκαιρία. Αντί να προσπαθεί διαρκώς να προβλέψει το επόμενο όπλο ή την επόμενη τεχνολογική επανάσταση, θα μπορούσε να επενδύσει στον ίδιο τον άνθρωπο. Εκείνη την εποχή του ανατέθηκε ουσιαστικά να σκεφτεί πώς θα μπορούσε να μοιάζει ο πόλεμος και ο στρατιώτης των επόμενων δεκαετιών. Αντί όμως να παραδώσει μια συμβατική στρατιωτική μελέτη, άρχισε να συνθέτει ένα όραμα όπου η τεχνολογία, η ψυχολογία, η οικολογία και η ανθρώπινη δημιουργικότητα θα συνυπήρχαν σε ένα ενιαίο μοντέλο στρατιωτικής σκέψης.

Καθώς συγκέντρωνε σημειώσεις από αυτή την πρωτόγνωρη διαδρομή, ο Channon άρχισε να αντιλαμβάνεται κάτι που μέχρι τότε δεν είχε συνειδητοποιήσει. Παρά τις τεράστιες διαφορές ανάμεσα σε επιστήμονες, καλλιτέχνες, βετεράνους, μοναχούς, θεραπευτές και μηχανικούς, όλοι τους μοιράζονταν μια κοινή πεποίθηση, ότι η ανθρωπότητα βρισκόταν μπροστά σε μια νέα φάση εξέλιξης και ότι η συνεργασία διαφορετικών πεδίων γνώσης ήταν απαραίτητη για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα του μέλλοντος. Αυτή η πολυφωνία τον εντυπωσίασε βαθιά. Αργότερα θυμόταν ότι στα συνέδρια που παρακολουθούσε μπορούσε να δει μαθηματικούς να συνομιλούν με θεολόγους, βιολόγους με καλλιτέχνες και ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών να ανταλλάσσουν ιδέες χωρίς τις προκαταλήψεις που χαρακτήριζαν τους περισσότερους θεσμούς της εποχής.

Σταδιακά, άρχισε να γεννιέται στο μυαλό του μια ριζοσπαστική σκέψη. Αν όλες αυτές οι ιδέες μπορούσαν να συνδυαστούν δημιουργικά στην επιστήμη, στην εκπαίδευση ή στην κοινωνία, γιατί να μην μπορούσαν να εφαρμοστούν και στον στρατό; Γιατί ένας στρατιώτης να εκπαιδεύεται αποκλειστικά στη χρήση όπλων και όχι στην αυτογνωσία, στη διαχείριση του φόβου, στη δημιουργική σκέψη, στην παρατήρηση και στην ψυχολογική ανθεκτικότητα; Γιατί η ηγεσία να περιορίζεται στην ιεραρχία και όχι να περιλαμβάνει στοιχεία ενσυναίσθησης, επικοινωνίας και προσωπικής εξέλιξης;

Οι ερωτήσεις αυτές δεν είχαν εύκολες απαντήσεις. Όμως αποτέλεσαν τον πυρήνα ενός εγχειρήματος που ο ίδιος ονόμασε First Earth Battalion. Η επιλογή της λέξης Γη (Earth), δεν ήταν τυχαία. Ο Channon δεν ήθελε να φανταστεί απλώς μια καλύτερη στρατιωτική μονάδα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήθελε να περιγράψει έναν ιδεατό οργανισμό που θα θεωρούσε ολόκληρο τον πλανήτη ως πεδίο ευθύνης και όχι αποκλειστικά ως χώρο γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Σύμφωνα με το όραμά του, ο στρατιώτης του μέλλοντος όφειλε να είναι ταυτόχρονα πολεμιστής, επιστήμονας, προστάτης του περιβάλλοντος, διαμεσολαβητής, εκπαιδευτής και δημιουργός. Δεν επρόκειτο για άρνηση της στρατιωτικής αποστολής, αλλά για προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της.

Αυτή ακριβώς η φιλοσοφία εξηγεί γιατί το First Earth Battalion δεν υπήρξε ποτέ μια συμβατική μονάδα ειδικών δυνάμεων. Ο ίδιος ο Channon έχει εξηγήσει ότι αρχικά επρόκειτο περισσότερο για μια δεξαμενή ιδεών, ένα δίκτυο ανθρώπων με διαφορετικές δεξιότητες που συζητούσαν πώς θα μπορούσε να μοιάζει ο στρατός του 21ου αιώνα. Μετά τη δημοσιοποίηση του εγχειριδίου του, δημιουργήθηκε γύρω του ένας κύκλος επιστημόνων, καλλιτεχνών, στρατιωτικών και δημιουργικών ανθρώπων που συμμετείχαν στις συναντήσεις του, ανταλλάσσοντας σκέψεις και προτάσεις. Για τον Channon, αυτό ήταν το πραγματικό “τάγμα”, όχι μια μονάδα με στολές και οπλισμό, αλλά μια κοινότητα ανθρώπων που τολμούσαν να σκεφτούν το αδιανόητο.

Κάπως έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, γεννήθηκε ένα από τα πιο παράξενα αλλά και πιο δημιουργικά στρατιωτικά οράματα του ψυχρού πολέμου. Δεν επρόκειτο ακόμη για ένα πλήρες σχέδιο εφαρμογής, ούτε για ένα επίσημο πρόγραμμα επιχειρήσεων. Ήταν, πάνω απ’ όλα, μια πρόσκληση προς τον ίδιο τον στρατό να κοιτάξει πέρα από τα όρια της παραδοσιακής στρατιωτικής σκέψης και να αναρωτηθεί αν η μεγαλύτερη επανάσταση του μέλλοντος δεν θα προερχόταν από ένα νέο όπλο, αλλά από έναν νέο τρόπο κατανόησης του ανθρώπου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Channon δεν αντιμετώπιζε ποτέ το First Earth Battalion ως μια συμβατική μονάδα ειδικών επιχειρήσεων. Για εκείνον αποτελούσε κυρίως μια ιδέα, ένα εργαστήριο σκέψης, μια κοινότητα ανθρώπων διαφορετικών ειδικοτήτων που θα μπορούσαν να συνεργαστούν για να φανταστούν το μέλλον της άμυνας και της διεθνούς ασφάλειας. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες, ακόμη και όταν του προτάθηκε να μετατρέψει το όραμά του σε πραγματική επιχειρησιακή μονάδα, προτίμησε να διατηρήσει τον χαρακτήρα του ως πνευματικής και στρατηγικής πρότασης. Πίστευε ότι οι ιδέες μπορούν να επηρεάσουν πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους θα μπορούσε ποτέ να περιλαμβάνει ένα και μόνο στρατιωτικό τάγμα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Jim Channon απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τη δημόσια εικόνα που του είχε αποδώσει η ποπ κουλτούρα. Εγκαταστάθηκε στη Χαβάη, αφιερώνοντας μεγάλο μέρος της ενέργειάς του σε πρωτοβουλίες περιβαλλοντικής προστασίας, βιώσιμης ανάπτυξης και εκπαίδευσης τοπικών κοινοτήτων. Μέσα από δράσεις όπως το Footprints for the Future, συνέχισε να υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη αποστολή ενός στρατιώτη δεν είναι μόνο να υπερασπίζεται μια χώρα, αλλά να συμβάλλει στη διατήρηση του ίδιου του πλανήτη. Είναι ίσως η πιο συνεπής απόδειξη ότι το First Earth Battalion δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια συλλογή ασυνήθιστων ιδεών, αλλά η έκφραση μιας κοσμοθεωρίας που ο ίδιος προσπάθησε να εφαρμόσει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Σήμερα, αρκετές από τις ιδέες που άλλοτε θεωρούνταν υπερβολικά τολμηρές, όπως η εκπαίδευση στην ανθεκτικότητα απέναντι στο στρες, οι τεχνικές ελεγχόμενης αναπνοής, η ενσυνειδητότητα (mindfulness), η βελτίωση της κατάστασης επίγνωσης και η ανάπτυξη μη θανατηφόρων μέσων αντιμετώπισης κρίσεων, αποτελούν αντικείμενο σοβαρής στρατιωτικής και επιστημονικής μελέτης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιώθηκαν όλες οι απόψεις του Jim Channon, σημαίνει όμως ότι ορισμένα από τα ερωτήματα που έθεσε πριν από σχεδόν μισό αιώνα παραμένουν ανοιχτά και εξακολουθούν να απασχολούν την έρευνα.

Και αυτή ακριβώς η φιλοσοφία επρόκειτο να αποκτήσει την πιο ολοκληρωμένη της μορφή μέσα στις σελίδες ενός ιδιόμορφου εγχειριδίου που έμελλε να προκαλέσει θαυμασμό, δυσπιστία, παρεξηγήσεις και αμέτρητους μύθους, του First Earth Battalion Operations Manual. Από εκεί και πέρα, η ιστορία του Jim Channon θα περνούσε από την προσωπική αναζήτηση στη δημόσια συζήτηση, ανοίγοντας έναν διάλογο που συνεχίζεται μέχρι σήμερα γύρω από τα όρια της στρατιωτικής επιστήμης, της ψυχολογίας και της ανθρώπινης συνείδησης.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…