Jean Baudrillard, Michel Foucault, Mark Fisher. Η πολιτική ο μετανθρωπισμός οι θεωρίες και η φιλοσοφία του cyberpunk

Jean Baudrillard, Michel Foucault, Mark Fisher. Η πολιτική ο μετανθρωπισμός οι θεωρίες και η φιλοσοφία του cyberpunk

Υπάρχει μια ερώτηση που διατρέχει ολόκληρη τη σύγχρονη επιστημονική φαντασία και ιδιαίτερα το cyberpunk: είναι το μέλλον ήδη εδώ; Ή πιο σωστά, είναι το cyberpunk μια πρόβλεψη, μια προειδοποίηση ή απλώς μια αισθητική μεταμφίεση της πραγματικότητας που ήδη ζούμε; Το ερώτημα αυτό δεν είναι απλώς φιλοσοφικό. Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνιολογικό και οικονομικό, γιατί ακουμπά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εξέλιξη της τεχνολογίας, της εξουσίας και της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης μέσα σε ένα ολοένα και πιο τεχνολογικοποιημένο περιβάλλον.

Το cyberpunk, όπως διαμορφώθηκε μέσα από το έργο του Mike Pondsmith και ενισχύθηκε από σύγχρονες αναπαραστάσεις όπως το Cyberpunk 2077, δεν είναι απλώς ένα αισθητικό ρεύμα. Είναι ένα γνωσιολογικό πλαίσιο που επιχειρεί να περιγράψει έναν κόσμο όπου η τεχνολογία δεν υπηρετεί απλώς τον άνθρωπο, αλλά τον αναδομεί, τον καταγράφει και τελικά τον διαμορφώνει.

Στην καρδιά αυτού του κόσμου βρίσκεται μια θεμελιώδης ένταση, η υπόσχεση της προόδου και η ταυτόχρονη κατάρρευση των κοινωνικών δομών που την συνοδεύουν. Το cyberpunk δεν περιγράφει ένα ουτοπικό μέλλον τεχνολογικής αρμονίας, αλλά ένα μέλλον όπου η τεχνολογία έχει ενσωματωθεί σε ένα σύστημα βαθιάς ανισότητας, επιτήρησης και οικονομικής συγκέντρωσης.

Η πολιτική και οικονομική βάση του cyberpunk δεν είναι τυχαία. Γεννιέται μέσα από την εποχή της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης των δεκαετιών του 1980 και μετά, όπου η απορρύθμιση των αγορών, η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και η αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας δημιούργησαν ένα νέο είδος κοινωνικής πραγματικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το cyberpunk λειτουργεί σαν προέκταση και ταυτόχρονα σαν καθρέφτης. Οι πόλεις του Cyberpunk 2077, όπως το Night City, είναι υπερ-ιδιωτικοποιημένα οικοσυστήματα όπου οι κυβερνήσεις έχουν αντικατασταθεί από εταιρικές οντότητες. Η δημόσια υγεία, η ασφάλεια, ακόμη και η ίδια η έννοια της πολιτικής κυριαρχίας έχουν μετατοπιστεί σε ιδιωτικά χέρια.

Αυτό δεν είναι απλώς αφηγηματικό τέχνασμα. Είναι μια προβολή τάσεων που ήδη υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο. Η ανάδυση ιδιωτικών στρατιωτικών εταιρειών, για παράδειγμα, δείχνει μια μετατόπιση της βίας από το κράτος προς την αγορά. Η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας δεν είναι πλέον θεωρητική υπόθεση αλλά πρακτική πραγματικότητα.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του cyberpunk κόσμου είναι ο ακραίος ηδονισμός. Η επιβίωση δεν βασίζεται πλέον σε σταθερή εργασία ή κοινωνική ασφάλεια, αλλά σε μια συνεχή διαπραγμάτευση με την αγορά εμπειριών, σωμάτων και δεδομένων. Η σεξουαλικότητα, τα ναρκωτικά, η τεχνολογική διέγερση και η ψηφιακή απόδραση γίνονται δομικά στοιχεία της καθημερινότητας. Δεν πρόκειται απλώς για παρακμή, αλλά για ένα νέο καθεστώς οικονομίας της επιθυμίας, όπου η ίδια η απόλαυση μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου.

Σε αυτό το περιβάλλον, η εργασία δεν εξαφανίζεται. Μεταμορφώνεται. Γίνεται ασταθής, αποσπασματική, προσωρινή. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε επιχειρηματική μονάδα του εαυτού του, σε έναν μικρο-παραγωγό επιβίωσης μέσα σε ένα οικοσύστημα συνεχούς ανταγωνισμού.

Το cyberpunk δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς το φιλοσοφικό ρεύμα του μετανθρωπισμού (transhumanism). Η ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα σταθερό ον αλλά μια εξελισσόμενη πλατφόρμα ενισχύεται από τις σύγχρονες τεχνολογίες, εμφυτεύματα, τεχνητή νοημοσύνη, βιομετρικά δεδομένα, νευρωνικά interfaces.

Το όραμα αυτό δεν είναι πλέον καθαρά φανταστικό. Εταιρείες όπως η Neuralink έχουν ήδη ξεκινήσει να εξερευνούν την άμεση διασύνδεση εγκεφάλου και μηχανής. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη αρχίσει να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μηχανισμός αντίληψης της πραγματικότητας.

Στο cyberpunk σύμπαν, αυτό έχει ήδη φτάσει στο άκρο του, ο άνθρωπος δεν είναι απλώς χρήστης της τεχνολογίας, αλλά προϊόν της.

Ένα από τα πιο βαθιά θεωρητικά σημεία του cyberpunk αφορά αυτό που έχει περιγραφεί ως “η ακύρωση του μέλλοντος”. Ο σύγχρονος πολιτισμός φαίνεται να μην παράγει πλέον ριζικά νέα οράματα, αλλά να ανακυκλώνει παλιά αισθητικά και ιδεολογικά σχήματα.

Το cyberpunk, με τη σειρά του, είναι ένα υβρίδιο αυτής της συνθήκης. Δεν δημιουργεί ένα εντελώς νέο μέλλον, αλλά συνθέτει αποσπάσματα του 20ού αιώνα, νεον φωτισμοί, βιομηχανική παρακμή, μετα-βιομηχανικές πόλεις, noir αφήγηση, τεχνολογική υπερβολή.

Αυτό δεν είναι αδυναμία του είδους. Είναι η ίδια του η ουσία. Το cyberpunk είναι το αισθητικό αποτύπωμα μιας εποχής που έχει χάσει την ικανότητα να φαντάζεται το ριζικά διαφορετικό.

Στο κέντρο της cyberpunk σκέψης βρίσκεται το μοντέλο του Πανοπτικού, όπως διαμορφώθηκε από τον Jeremy Bentham. Η ιδέα ότι η εξουσία δεν χρειάζεται να ασκείται συνεχώς, αλλά αρκεί να είναι δυνητικά παρούσα, αποτελεί θεμέλιο της σύγχρονης κοινωνίας επιτήρησης.

Η τεχνολογία δεν επιβλέπει απλώς. Διαμορφώνει συμπεριφορές. Η συνεχής παρουσία καμερών, αλγορίθμων και δεδομένων δημιουργεί ένα περιβάλλον αυτο-ρύθμισης. Ο άνθρωπος αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν να παρακολουθείται πάντα, ακόμη και όταν δεν παρακολουθείται.

Το cyberpunk απλώς προεκτείνει αυτό το μοντέλο στο άκρο του, μια κοινωνία όπου όλοι παρακολουθούν όλους, αλλά κανείς δεν γνωρίζει ποιος έχει την πραγματική εξουσία της παρατήρησης.

Η έννοια της σπανιότητας αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο πυλώνα του cyberpunk κόσμου. Η έλλειψη πόρων, χώρου, φύσης και σταθερότητας δημιουργεί ένα περιβάλλον συνεχούς πίεσης.

Η απουσία φυσικού περιβάλλοντος, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς οικολογικό πρόβλημα. Είναι ψυχολογικό τραύμα. Η ανθρώπινη αντίληψη εξαρτάται από τη φύση για να επαναφέρει την προσοχή και τη γνωσιακή ισορροπία.

Όταν αυτή η φύση αντικαθίσταται από τσιμέντο, οθόνες και τεχνητά φώτα, η ανθρώπινη συνείδηση μετατοπίζεται σε κατάσταση υπερδιέγερσης. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η επιθυμία για απόδραση γίνεται διαρκής, αλλά η ίδια η απόδραση εμπορευματοποιείται.

Το Cyberpunk 2077 συχνά παρεξηγείται ως απλή αισθητική αναπαράσταση ενός φουτουριστικού κόσμου. Στην πραγματικότητα, λειτουργεί ως συμπύκνωση όλων των προηγούμενων cyberpunk παραδόσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αποτυγχάνει να είναι cyberpunk. Το αντίθετο, είναι τόσο πιστό στο είδος, που αναγκαστικά αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του. Ο παίκτης μπορεί να γίνει υπερ-ισχυρός, σχεδόν υπεράνθρωπος, κάτι που αντιφάσκει με την παραδοσιακή cyberpunk θεματολογία της καταπίεσης και της αδυναμίας.

Αυτό όμως δεν είναι αποτυχία. Είναι μετατόπιση. Το cyberpunk δεν αφορά πλέον μόνο την καταπίεση. Αφορά και την ψευδαίσθηση της υπέρβασής της.

Το ερώτημα αν το cyberpunk είναι το μέλλον ίσως είναι λάθος ερώτημα. Το cyberpunk δεν είναι πρόβλεψη. Είναι ανάλυση. Είναι ένας καθρέφτης που δείχνει όχι αυτό που θα γίνει, αλλά αυτό που ήδη αρχίζει να γίνεται.

Η δύναμή του δεν βρίσκεται στην ακρίβεια της πρόβλεψης, αλλά στην ικανότητά του να συμπυκνώνει τάσεις, τεχνολογική ενσωμάτωση, οικονομική ανισότητα, κοινωνική αποδόμηση και ψυχολογική υπερφόρτωση.

Ίσως τελικά το cyberpunk να μην είναι το μέλλον. Ίσως να είναι το παρόν που ακόμη δεν έχουμε πλήρως αναγνωρίσει.

Αν μετακινήσουμε το βλέμμα λίγο πιο βαθιά, πέρα από την επιφάνεια του cyberpunk ως αισθητικής ή κοινωνικής πρόβλεψης, αρχίζουμε να διακρίνουμε κάτι πιο ριζικό, όχι ένα μέλλον που έρχεται, αλλά ένα παρόν που ήδη λειτουργεί ως προσομοίωση του εαυτού του. Σε αυτό το σημείο, το cyberpunk παύει να είναι είδος και γίνεται κατάσταση αντίληψης.

Στο έργο του Jean Baudrillard, η πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται, αντικαθίσταται από τα σημεία της. Η προσομοίωση δεν είναι αντίγραφο του πραγματικού, αλλά ένα σύστημα που παράγει πραγματικότητα χωρίς αναφορά σε κάτι αυθεντικό. Σε αυτό το πλαίσιο, το cyberpunk δεν απεικονίζει έναν κόσμο που “θα έρθει”, αλλά έναν κόσμο όπου το ήδη υπάρχον έχει αρχίσει να λειτουργεί ως προσομοίωση του ίδιου του εαυτού του.

Το Night City, η υπερ-πληροφόρηση, η αισθητική υπερδιέγερση, τα corporate interfaces, δεν είναι φανταστικά στοιχεία. Είναι ενισχυμένες εκδοχές ενός ήδη λειτουργικού συστήματος σημείων. Η διαφήμιση, η ψηφιακή ταυτότητα, η οικονομία της προσοχής, όλα αυτά δεν δείχνουν κάτι πίσω από αυτά. Είναι το ίδιο το πραγματικό, όπως έχει ήδη απορροφηθεί από την αναπαράσταση.

Το cyberpunk, υπό αυτή τη ματιά, δεν είναι δυστοπία. Είναι υπερ-πραγματικότητα που δεν έχει ακόμη αναγνωρίσει πλήρως τον εαυτό της ως τέτοια.

Στον αντίποδα της ορατής καταπίεσης, ο Michel Foucault προτείνει ότι η εξουσία δεν συγκεντρώνεται απλώς σε θεσμούς, αλλά διαχέεται μέσα στο ίδιο το κοινωνικό σώμα. Δεν υπάρχει ένα κέντρο εξουσίας, υπάρχει ένα δίκτυο σχέσεων, επιτήρησης, κανονικοποίησης και αυτορρύθμισης.

Σε ένα cyberpunk πλαίσιο, αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι εταιρείες, τα κράτη ή οι αλγόριθμοι. Είναι το γεγονός ότι η εξουσία έχει γίνει ατμοσφαιρική. Αναπνέεται. Ενσωματώνεται στις επιλογές, στις κινήσεις, στις επιθυμίες.

Η πόλη εκτός του να επιβάλλει την συμπεριφορά, την προδιαμορφώνει. Οι διαδρομές, τα interfaces, οι κοινωνικές δομές, τα οικονομικά μοντέλα, όλα λειτουργούν ως μηχανισμοί “κατεύθυνσης”, όχι επιβολής. Αυτό που μοιάζει με ελευθερία είναι συχνά μια εξαιρετικά καλά σχεδιασμένη αρχιτεκτονική πιθανών κινήσεων.

Το cyberpunk, έτσι, δεν δείχνει μια κοινωνία υπό κατοχή. Δείχνει μια κοινωνία όπου η κατοχή δεν χρειάζεται πια να αναγνωρίζεται ως τέτοια.

Ο Mark Fisher περιέγραψε κάτι που στο cyberpunk αποκτά σχεδόν κυριολεκτική μορφή, την “ακύρωση του μέλλοντος”. Δεν πρόκειται για την απουσία μελλοντικών τεχνολογιών, αλλά για την αδυναμία παραγωγής πραγματικά νέων κοινωνικών φαντασιακών.

Το μέλλον, σε αυτή τη συνθήκη, δεν εξαφανίζεται αλλα επαναλαμβάνεται. Κάθε νέα εκδοχή του μοιάζει με remix προηγούμενων εκδοχών. Η αισθητική του cyberpunk το αποτυπώνει τέλεια, νεον φώτα από το παρελθόν, αρχιτεκτονική του μεταπολεμικού μοντερνισμού, τεχνολογίες που μοιάζουν ταυτόχρονα προηγμένες και παρωχημένες.

Αυτό δημιουργεί μια παράξενη χρονικότητα, ένα παρόν που δεν κινείται προς το μέλλον, αλλά ανακυκλώνει τα θραύσματα του μέλλοντος που κάποτε είχε υποσχεθεί.

Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτισμική στασιμότητα που δεν βιώνεται ως στασιμότητα, αλλά ως διαρκής επιτάχυνση.

Αν ενώσουμε αυτές τις τρεις θεωρητικές γραμμές, προκύπτει ένα ενιαίο πεδίο:

  • Από τον Baudrillard: το cyberpunk ως υπερ-πραγματικότητα χωρίς αναφορά.
  • Από τον Foucault: το cyberpunk ως διάχυτη, αόρατη αρχιτεκτονική εξουσίας.
  • Από τον Fisher: το cyberpunk ως χρονικό loop ενός μέλλοντος που δεν έρχεται ποτέ.

Και τότε το ερώτημα αλλάζει ξανά μορφή. Δεν είναι πλέον “αν το cyberpunk είναι το μέλλον”. Είναι αν μπορούμε ακόμη να διακρίνουμε το παρόν χωρίς τα εργαλεία του cyberpunk.

Και με αυτη την λογική το cyberpunk δεν περιγράφει έναν κόσμο που έρχεται, περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος ήδη σκέφτεται τον εαυτό του.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…