Το φιλμ “The Conspiracy” (2012) : Όταν ορισμένες θεωρίες συνωμοσίας καταλήγουν σε δυσάρεστες αλήθειες.

Το φιλμ The Conspiracy (2012) : Όταν ορισμένες θεωρίες συνωμοσίας καταλήγουν σε δυσάρεστες αλήθειες.

 

Το 2012, ο Καναδός σκηνοθέτης Christopher MacBride παρουσίασε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και ανησυχητικές κινηματογραφικές προσεγγίσεις γύρω από τη σύγχρονη κουλτούρα των “θεωριών συνωμοσίας”, το φιλμ The Conspiracy. Πρόκειται για ένα υβρίδιο mockumentary και ψυχολογικού θρίλερ, διάρκειας περίπου 85 λεπτών, που χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ρεαλιστικού ντοκιμαντέρ για να δημιουργήσει μια σταδιακά κλιμακούμενη αίσθηση παρακολούθησης, παράνοιας και θεσμικής παντοδυναμίας.

Η ταινία δεν στηρίζεται σε φαντασμαγορικά εφέ ή αιματοβαμμένες σκηνές. Αντιθέτως, επενδύει στη δύναμη της ιδέας, τι συμβαίνει όταν ο ερευνητής της συνωμοσίας παύει να είναι απλός παρατηρητής και μετατρέπεται σε στόχο;

Το φιλμ “The Conspiracy” είναι καναδικής παραγωγής, γυρισμένο σε ύφος ντοκιμαντέρ, με εσκεμμένα ακατέργαστη κινηματογράφηση και φυσικό φωτισμό ώστε να ενισχύεται η αίσθηση της αυθεντικότητας. Η σκηνοθεσία και το σενάριο ανήκουν στον MacBride, ο οποίος επέλεξε να κινηθεί σε μια λεπτή γραμμή μεταξύ πολιτικού σχολίου και ψυχολογικού τρόμου.

* Ο σύνδεσμος προς το φιλμ : ->The Conspiracy Full Movie 2012 Found Footage <- *

Η ταινία κυκλοφόρησε αρχικά σε φεστιβάλ και κατόπιν σε περιορισμένη διανομή και VOD, αποκτώντας σταδιακά cult χαρακτήρα ανάμεσα σε θεατές που ενδιαφέρονται για γεωπολιτική, μυστικές εταιρείες και τον μηχανισμό της εξουσίας.

Η ιστορία ακολουθεί δύο νεαρούς δημιουργούς ντοκιμαντέρ που αποφασίζουν να καταγράψουν τη ζωή και τις απόψεις ενός ανθρώπου (Terrance G.) ο οποίος έχει αφιερώσει την ύπαρξή του στην αποκάλυψη μιας παγκόσμιας μυστικής ελίτ. Ο άνδρας αυτός συνδέει ιστορικά γεγονότα, πολιτικές δολοφονίες και οικονομικές κρίσεις με την ύπαρξη ενός αόρατου δικτύου ισχύος.

Ο χαρακτήρας του Terrance G. (A.C. Peterson) πιθανότατα θα σας θυμίσει τους χαρακτήρες, Jerry Fletcher, τον οποίο υποδύεται ο Mel Gibson στο φιλμ Conspiracy Theory (1997) και Charlie Frost, τον οποίο ενσαρκώνει ο Woody Harrelson στο φιλμ 2012 (2009).

Όταν ο κεντρικός τους πρωταγωνιστής εξαφανίζεται μυστηριωδώς, οι δύο κινηματογραφιστές μετατρέπουν το αρχικό τους project σε έρευνα για την οργάνωση που εκείνος αποκαλούσε “Tarsus Club”. Η αναζήτηση τους οδηγεί σε κλειστές λέσχες, ιδιωτικές συγκεντρώσεις ισχυρών ανδρών και τελικά σε μια εμπειρία που υπερβαίνει τα όρια της δημοσιογραφικής έρευνας.

Το φιλμ αποφεύγει τα εύκολα jumpscares και επιλέγει να δημιουργήσει μια υπόγεια, σχεδόν κλινική ένταση, που κορυφώνεται στο τελευταίο της μέρος.

Κεντρικός άξονας του φιλμ είναι η έννοια της μυστικής ελίτ. Το “Tarsus Club” λειτουργεί ως κινηματογραφικό ανάλογο πραγματικών οργανώσεων όπως η λέσχη Bilderberg ή το Bohemian Grove, οι οποίες έχουν υπάρξει αντικείμενο έντονων θεωριών συνωμοσίας. Η ταινία δεν ισχυρίζεται ότι αναπαριστά πραγματικά γεγονότα, όμως χρησιμοποιεί υπαρκτές κοινωνικές δομές οπως κλειστά φόρα ισχυρών προσώπων, για να θεμελιώσει τον μύθο της.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το πώς το φιλμ σχολιάζει την ίδια την έννοια της «θεωρίας συνωμοσίας». Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ιστορικά από κρατικούς μηχανισμούς, οπως μετά τη δολοφονία του Κένεντι, για να απονομιμοποιήσει εναλλακτικές ερμηνείες γεγονότων. Όμως η ιστορία έχει δείξει ότι δεν ήταν όλα αποκυήματα φαντασίας.

Το πρόγραμμα MKUltra, για παράδειγμα, αποκαλύφθηκε δεκαετίες αφότου χαρακτηριζόταν «παρανοϊκή φαντασίωση». Στο πλαίσιο του MK-Ultra εντάχθηκε και το Operation Midnight Climax, όπου ανυποψίαστοι πολίτες υποβάλλονταν σε πειράματα με LSD χωρίς συναίνεση. Παρόμοια, το Tuskegee Syphilis Study κράτησε επί δεκαετίες Αφροαμερικανούς ασθενείς χωρίς θεραπεία, προκειμένου να μελετηθεί η εξέλιξη της νόσου.

Αντίστοιχα, το Pine Gap στην Αυστραλία υπήρξε επί χρόνια αντικείμενο έντονων εικασιών, πριν αναγνωριστεί επίσημα ο ρόλος του στις δορυφορικές επιχειρήσεις πληροφοριών. Το Edgewood Arsenal χρησιμοποιήθηκε για δοκιμές χημικών ουσιών σε στρατιώτες. Το Project Sunshine συνέλεγε ιστούς παιδιών χωρίς συγκατάθεση για μελέτες ραδιενέργειας.

Ακόμη και το λιγότερο γνωστό πρόγραμμα Operation Sea-Spray περιλάμβανε απελευθέρωση βακτηρίων στο Σαν Φρανσίσκο τη δεκαετία του ’50. Αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν πως ο όρος «θεωρία συνωμοσίας» υπήρξε συχνά εργαλείο απαξίωσης μέχρι να έρθει η επίσημη παραδοχή.

Το φίλμ ταινία πατά ακριβώς σε αυτό το ρήγμα μεταξύ φαντασίας και τεκμηριωμένης παρανομίας.

Ο Aaron (ερμηνευμένος από τον Aaron Poole) λειτουργεί ως το πιο συναισθηματικά φορτισμένο μέλος του διδύμου, ενώ ο Jim (James Gilbert) εκπροσωπεί τον σκεπτικιστή ερευνητή. Ο Terrance G. (A.C. Peterson) αποδίδεται με τρόπο που αποφεύγει τη γελοιοποίηση, δεν είναι καρικατούρα, αλλά ένας άνθρωπος παγιδευμένος ανάμεσα στην εμμονή και στη διαίσθηση.

Η ερμηνευτική προσέγγιση ενισχύει την αίσθηση ρεαλισμού. Οι ηθοποιοί μιλούν με φυσικότητα, συχνά αυτοσχεδιάζουν, και η κάμερα λειτουργεί σαν τρίτο πρόσωπο στην έρευνα. Το φιλμ γυρίστηκε με χαμηλό προϋπολογισμό, αξιοποιώντας την αισθητική του handheld. Το τελικό αποτέλεσμα δεν επιδιώκει τη χολιγουντιανή λάμψη αλλά τη ντοκιμαντερίστικη αμεσότητα.

Η περιορισμένη κινηματογραφική της πορεία συνέβαλε στη δημιουργία ενός underground κοινού που την αγκάλιασε ως «κρυφό διαμάντι» του πολιτικού τρόμου, σε σχέση με τα ζητήματα της εναλλακτικής γνωσιολογίας.

Οι κριτικοί διχάστηκαν. Κάποιοι επαίνεσαν την ατμοσφαιρική κλιμάκωση και την τόλμη της να αγγίξει σύγχρονα γεωπολιτικά άγχη. Άλλοι θεώρησαν το τελευταίο μέρος υπερβολικό. Ωστόσο, ακόμη και οι πιο αυστηροί παραδέχθηκαν ότι η ταινία πετυχαίνει να γεννήσει ερωτήματα. Η μεγαλύτερη δύναμή της δεν είναι το σοκ, αλλά η αμφιβολία. Σε έναν κόσμο όπου επιβεβαιωμένες κρατικές αυθαιρεσίες έχουν υπάρξει, το φιλμ δεν μοιάζει πια τόσο απίθανο.

Σε πλατφόρμες συγκέντρωσης κριτικών, η ταινία έλαβε κυρίως θετικές αξιολογήσεις από περιορισμένο αριθμό επαγγελματιών κριτικών, ενώ το κοινό την αντιμετώπισε με ενδιαφέρον αλλά και επιφυλακτικότητα. Η βαθμολογία της δεν αντικατοπτρίζει μαζική επιτυχία, αλλά σταθερή αναγνώριση στο niche κοινό της εναλλακτικής γνωσιολογίας και του πολιτικού horror.

Το φιλμ δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι υπάρχει μια παγκόσμια μυστική κυβέρνηση. Υπενθυμίζει όμως κάτι βαθύτερο, ότι η εξουσία, όταν λειτουργεί χωρίς διαφάνεια, γεννά δυσπιστία. Και η δυσπιστία, όταν τροφοδοτείται από πραγματικές ιστορικές προδοσίες, μετατρέπεται σε πολιτισμικό τραύμα.

Οι περιπτώσεις του MK-Ultra, του Tuskegee, του Edgewood ή του Project Sunshine δείχνουν πως κρατικοί μηχανισμοί μπορούν να ενεργήσουν αδίστακτα, αγνοώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όχι ως κινηματογραφική υπερβολή, αλλά ως τεκμηριωμένο γεγονός.

Η μεγαλύτερη απογοήτευση δεν είναι ότι υπάρχουν σκοτεινά προγράμματα. Είναι ότι η ανθρώπινη φύση, όταν συνδυαστεί με απεριόριστη εξουσία και απουσία λογοδοσίας, αποκαλύπτει μια ικανότητα ψυχρής, εργαλειακής βίας. Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό θέμα της ταινίας, όχι αν υπάρχει το Tarsus Club, αλλά πόσο εύκολα μπορούμε να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι κάποιοι αποφασίζουν ερήμην μας.

Όσο περισσότερο ερευνά κανείς την ιστορία, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να διαχωρίσει την παράνοια από την πιθανότητα. Και εκεί, ακριβώς σε αυτό το όριο, το The Conspiracy βρίσκει τη θέση του, όχι ως απάντηση, αλλά ως ανησυχητική ερώτηση.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…