Η Capella database του Jacques Vallée. Το πιο συγκροτημένο αρχείο u.f.o./u.a.p. με χρήση από κρατικές υπηρεσίες.

Η Capella database του Jacques Vallée. Το πιο συγκροτημένο αρχείο u.f.o./u.a.p. με χρήση από κρατικές υπηρεσίες.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της γνώσης όπου το ερώτημα δεν είναι πλέον τι γνωρίζουμε, αλλά πώς το γνωρίζουμε. Όπου η πρόκληση δεν έγκειται στην έλλειψη πληροφοριών, αλλά στην αδυναμία να οργανώσουμε το πλήθος των εμπειριών που δεν χωρούν στα υπάρχοντα ερμηνευτικά σχήματα. Σε αυτήν ακριβώς τη ρωγμή της σύγχρονης επιστημολογίας συναντά κανείς το έργο του Jacques Vallée και, ειδικότερα, την δημιουργία της Capella, μιας βάσης δεδομένων που δεν αποτελεί απλώς αρχείο αναφορών για u.f.o./u.a.p., αλλά μια απόπειρα επαναπροσδιορισμού του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουμε το άγνωστο.
Η Capella δεν γεννήθηκε από την περιέργεια γύρω από τα u.f.o./u.a.p. Γεννήθηκε από την διαπίστωση ότι, για δεκαετίες, χιλιάδες περιστατικά σε όλο τον κόσμο καταγράφονταν αποσπασματικά, χωρίς ενιαίο πλαίσιο, χωρίς συγκριτική δυνατότητα, χωρίς την προοπτική μιας σοβαρής, διαχρονικής ανάλυσης. Ο Vallée, με την διπλή του ιδιότητα ως επιστήμονας υπολογιστών και ερευνητής των ανεξήγητων φαινομένων, διέκρινε κάτι που λίγοι είχαν αντιληφθεί, το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη δεδομένων, αλλά η χαοτική τους διασπορά.
Έτσι προέκυψε η ανάγκη για ένα data warehouse, ένα συγκεντρωτικό αποθετήριο που θα μπορούσε να φιλοξενήσει και να οργανώσει δεκάδες διαφορετικές πηγές αναφορών. Η Capella δεν είναι μία απλή βάση. Είναι μια σύνθεση έντεκα ξεχωριστών βάσεων δεδομένων, που καλύπτουν δεκαετίες καταγραφών από πολλές χώρες, διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα και ποικίλα επίπεδα αξιοπιστίας. Από στρατιωτικά αρχεία μέχρι προσωπικές αφηγήσεις πολιτών, από αναφορές πιλότων μέχρι επίσημα προγράμματα κρατών, η Capella συγκεντρώνει περίπου 260.000 περιστατικά που εκτείνονται σε περίπου εβδομήντα χρόνια ιστορίας.
Η σύλληψη αυτής της δομής δεν έγινε στο κενό. Ο Vallée εργάστηκε πάνω στην Capella κατά την περίοδο συνεργασίας του με την National Institute for Discovery Science (N.I.D.S.) και την Bigelow Aerospace Advanced Space Studies (B.A.A.S.S.), στο πλαίσιο του αμερικανικού προγράμματος The Advanced Aerospace Threat Identification Program (A.A.T.I.P.) . Εκεί, για πρώτη φορά, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για μια σοβαρή, συστηματική, χρηματοδοτούμενη προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα u.f.o./u.a.p. όχι ως περιθωριακές αφηγήσεις, αλλά ως δεδομένα που αξίζουν συγκριτική και αναλυτική επεξεργασία.
Αυτό που κάνει την Capella μοναδική δεν είναι μόνο το πλήθος των περιστατικών. Είναι το εύρος και η ποικιλία των πηγών. Στην ίδια δομή συνυπάρχουν τα ιστορικά αρχεία των προγραμμάτων Sign, Grudge και Blue Book της αμερικανικής αεροπορίας, οι αναφορές πιλότων που θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστες, η παγκόσμια συλλογή UFOCAT, τα δεδομένα του Project Colares από τη Βραζιλία, οι βάσεις του Καναδά και του Υπουργείου Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου, τα αρχεία του N.I.D.S. και της B.A.A.S.S., καθώς και ειδικές συλλογές όπως τα περιστατικά από το Utah Ranch, γνωστό και ως Skinwalker Ranch. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αναφέρεται και η διασύνδεση με το σύστημα αναφορών πολιτών MUFON.
Αυτό το μωσαϊκό πηγών δημιουργεί κάτι πολύ περισσότερο από μια λίστα συμβάντων. Δημιουργεί ένα παγκόσμιο ανθρωπολογικό και επιστημονικό αρχείο εμπειριών απέναντι στο ανεξήγητο. Διότι κάθε καταγραφή δεν είναι μόνο μια περιγραφή ενός φαινομένου στον ουρανό. Είναι μια καταγραφή του πώς ένας άνθρωπος, σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, σε μια συγκεκριμένη εποχή, αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει.
Εδώ ακριβώς εισέρχεται το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της Capella, ο τρόπος οργάνωσης των δεδομένων. Μαζί με τον φυσικό Eric Davis, ο Vallée ανέπτυξε ένα μοντέλο έξι επιπέδων (Six Layer Model) για την ανάλυση των αναφορών. Δεν αρκέστηκε στην καταγραφή του «τι συνέβη». Επιχείρησε να αποτυπώσει πώς το φαινόμενο επηρέασε τον παρατηρητή, το σώμα του, την ψυχολογία του, την κοινωνική του αντίληψη.
– Φυσικό επίπεδο : Φυσικά δεδομένα (φωτογραφίες, ραντάρ, βίντεο).
– Αντι-φυσικό επίπεδο : Στοιχεία που φαίνεται να αντιβαίνουν στη γνωστή φυσική.
– Ψυχολογικό επίπεδο : Υποκειμενικές, ανθρώπινες αντιδράσεις (φόβος, σύγχυση, πανικός, απορία).
– Φυσιολογικό επίπεδο : Επιπτώσεις στο ανθρώπινο σώμα (πονοκέφαλοι, ναυτία, εγκαύματα, απώλεια χρόνου, σωματική κόπωση).
– Ψυχικό/νοητικό επίπεδο : Μεταβολές στην αντίληψη, διαταραχές του χρόνου και της μνήμης, αίσθηση επικοινωνίας ή νοητικής επαφής, αλλαγές στη συνείδηση, έντονα ονειρικά ή οραματικά βιώματα που συνδέονται με το συμβάν, αίσθηση ότι το φαινόμενο αλληλεπιδρά με τον νου του παρατηρητή.
– Πολιτισμικό επίπεδο : Κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις ή αναφορές, ο τρόπος που το συμβάν εντάσσεται σε θρησκευτικά, μυθολογικά ή σύγχρονα αφηγηματικά πλαίσια.
Στο πρώτο επίπεδο βρίσκονται τα καθαρά φυσικά δεδομένα, ραντάρ, φωτογραφίες, βίντεο, τεχνικές μετρήσεις. Στο επόμενο, στοιχεία που φαίνεται να αντιβαίνουν στη γνωστή φυσική. Ακολουθούν τα ψυχολογικά και φυσιολογικά επίπεδα, όπου καταγράφονται οι ανθρώπινες αντιδράσεις και οι πιθανές επιπτώσεις στο σώμα. Πέρα από αυτά, εισάγεται το ψυχικό/νοητικό επίπεδο και, τέλος, το πολιτισμικό επίπεδο, που εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το περιστατικό εντάσσεται στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Αυτή η πολυεπίπεδη προσέγγιση μετατρέπει την Capella από ένα απλό αρχείο σε εργαλείο νέας γνωσιολογίας. Διότι αναγνωρίζει ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο εξωτερικό γεγονός, αλλά και εσωτερική εμπειρία. Ότι το ανεξήγητο δεν επηρεάζει μόνο τον ουρανό που παρατηρείται, αλλά και τη συνείδηση που το παρατηρεί.
Η σημασία αυτής της οπτικής είναι τεράστια. Για πρώτη φορά, τα u.f.o./u.a.p. δεν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως αντικείμενα φυσικής διερεύνησης, αλλά ως πολυδιάστατα συμβάντα που διασταυρώνουν φυσική, ψυχολογία, ανθρωπολογία και πολιτισμική μελέτη. Η Capella επιτρέπει την αναγνώριση μοτίβων όχι μόνο στις τροχιές και τα σχήματα, αλλά και στις ανθρώπινες αντιδράσεις, στις αφηγήσεις, στις επαναλαμβανόμενες περιγραφές που διασχίζουν δεκαετίες και ηπείρους.
Παρά τη σπουδαιότητά της, η Capella δεν είναι δημόσια προσβάσιμη. Μεγάλο μέρος του υλικού συνδέεται με διαβαθμισμένα προγράμματα και συμβάσεις με αμερικανικές υπηρεσίες. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο, ίσως η μεγαλύτερη και πιο οργανωμένη συλλογή δεδομένων για u.f.o./u.a.p. να παραμένει εκτός πρόσβασης της ακαδημαϊκής κοινότητας και του κοινού. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξή της δείχνει ότι η συστηματική μελέτη του φαινομένου δεν είναι μια περιθωριακή ενασχόληση, αλλά ένα αντικείμενο που έχει απασχολήσει σοβαρά επιστήμονες, στρατιωτικούς και ερευνητικά ιδρύματα.
Η Capella, τελικά, αντιπροσωπεύει κάτι πολύ βαθύτερο από μια βάση δεδομένων. Αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια να δοθεί μορφή στο χάος του ανεξήγητου. Να μετατραπεί το κατακερματισμένο υλικό δεκαετιών σε ένα ενιαίο, συγκρίσιμο, αναλύσιμο σύνολο. Να δημιουργηθεί το υπόβαθρο για μια μελλοντική στατιστική και ποιοτική ανάλυση που θα μπορούσε να αποκαλύψει μοτίβα που μέχρι σήμερα παραμένουν αόρατα.
Αλλά ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της Capella είναι ότι μας υποχρεώνει να επανεξετάσουμε τι σημαίνει «δεδομένο». Δεν είναι μόνο αριθμοί και χρονικές σημάνσεις. Είναι ανθρώπινες μαρτυρίες, βιώματα, αντιδράσεις, πολιτισμικές αφηγήσεις. Είναι η απόδειξη ότι το άγνωστο δεν βρίσκεται μόνο στον ουρανό, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσπαθεί να το κατανοήσει.
Ο Vallée, μέσα από αυτό το έργο, μας υπενθυμίζει ότι η γνώση δεν προχωρά μόνο με απαντήσεις. Προχωρά και με καλύτερα οργανωμένα ερωτήματα. Και η Capella είναι, ίσως, το πιο φιλόδοξο ερώτημα που έχει τεθεί ποτέ γύρω από τα u.f.o./u.a.p., όχι τι είναι, αλλά πώς μπορούμε να τα μελετήσουμε χωρίς να περιορίσουμε εκ των προτέρων το νόημά τους.
Σε έναν κόσμο που διψά για βεβαιότητες, η Capella στέκεται ως μνημείο της δημιουργικής αβεβαιότητας. Ως απόδειξη ότι το άγνωστο δεν χρειάζεται να απορριφθεί ούτε να μυθοποιηθεί, αλλά να καταγραφεί με σεβασμό, πολυπλοκότητα και επιστημονική ταπεινότητα. Και αυτή η στάση, περισσότερο από οποιαδήποτε ερμηνεία, είναι ίσως η σημαντικότερη κληρονομιά του Jacques Vallée.