Χρόνια πολλά John Carpenter ! Ένας αγαπημένος σκηνοθέτης των φίλων της εναλλακτικής γνωσιολογίας !

Χρόνια πολλά John Carpenter ! Ένας αγαπημένος σκηνοθέτης των φίλων της εναλλακτικής γνωσιολογίας !

Ο John Carpenter αποτελεί έναν από τους πλέον καθοριστικούς δημιουργούς στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου. Η επιρροή του ξεπερνά τα στενά όρια του τρόμου και απλώνεται στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα, στην αισθητική της επιστημονικής φαντασίας, στη μουσική ηλεκτρονική σκηνή και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αγωνία, την απειλή και το άγνωστο μέσα από την κινούμενη εικόνα. Για πολλούς, δεν είναι απλώς ένας σκηνοθέτης, είναι ο άνθρωπος που διαμόρφωσε μια ολόκληρη εποχή, εισάγοντας στο mainstream ένα στυλ λιτό, ψυχρό, αποτελεσματικό, βαθιά ατμοσφαιρικό. Η συμβολή του εκτείνεται από το αισθητικό λεξιλόγιο του τρόμου μέχρι τη γέννηση του synthwave, ενώ η δημιουργική του διαδρομή χαρακτηρίζεται από συνέπεια, προσωπικό όραμα και συχνά επαναστατική προσέγγιση.

Γεννημένος το 1948 στο Carthage της Νέας Υόρκης, ο Carpenter μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική και το σινεμά συνυπήρχαν ως καθημερινές επιρροές. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής μουσικής και ο ίδιος από νεαρή ηλικία έπαιζε διάφορα όργανα, πράγμα που αργότερα θα γινόταν καθοριστικό μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Από μικρός λάτρευε τα B-movies, το sci-fi των 50s, τις ιστορίες τρόμου και τα γουέστερν του Howard Hawks. Αυτές οι πρώιμες εμπειρίες διαμόρφωσαν έναν δημιουργό που θα συνδύαζε το pulp με το υψηλό αισθητικό κριτήριο, τον μινιμαλισμό με τη ρυθμικότητα της μουσικής, και τον μύθο με την αγωνία του άγνωστου.

Η είσοδός του στη Σχολή Κινηματογράφου του USC σηματοδότησε την αρχή μιας καριέρας που έμελλε να αλλάξει το είδος του τρόμου για πάντα. Ήδη από τα πρώτα του έργα ξεχώριζε για την οικονομία στην αφήγηση, την ψυχρή γεωμετρία των πλάνων του και την ικανότητά του να δημιουργεί ένταση χωρίς υπερβολές. Το πρώτο μεγάλο δείγμα αυτής της προσέγγισης φάνηκε στο “Assault on Precinct 13” του (1976), ένα αστικό θρίλερ που ανανέωσε την έννοια του κλειστοφοβικού εφιάλτη. Με περιορισμένο budget αλλά άριστη σκηνοθετική πειθαρχία, ο Carpenter παρέδωσε ένα έργο που θυμίζει Hawks, αλλά με ηλεκτρική μεταπολιτευτική ενέργεια και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά synth θέματα όλων των εποχών. Εκεί διαμορφώθηκε και η δημιουργική αρχή που θα καθόριζε όλη του την καριέρα, ο συνδυασμός εικόνας και μουσικής ως ένα ενιαίο, οργανικό σύνολο.

Το 1978, με το “Halloween”, ο Carpenter έγραψε ιστορία. Με ένα μικρό συνεργείο, χαμηλό προϋπολογισμό και πλήρη έλεγχο του έργου του, δημιούργησε τον ορισμό του μοντέρνου slasher. Ο Michael Myers, ως φιγούρα ανώνυμη, ασταμάτητη και ανεξήγητη, αποτελεί ακόμα ένα από τα πιο τρομακτικά αρχέτυπα του κινηματογράφου. Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο στον ίδιο τον δολοφόνο, αλλά στη σκηνοθετική προσέγγιση, η κάμερα κινείται σαν αρπακτικό, η αγωνία χτίζεται με μαθηματική ακρίβεια και η μουσική, ένα απλό, επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο πιάνο, μεταμορφώνεται σε ολόκληρο το συναισθηματικό τοπίο της ταινίας. Το Halloween δεν έφερε απλώς το είδος στο επίκεντρο, όρισε τον τρόπο με τον οποίο ο τρόμος θα λειτουργούσε για τα επόμενα σαράντα χρόνια.

Κι όμως, παρά τη τεράστια επιτυχία του Halloween, ο Carpenter δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα είδος. Αντίθετα, η δεκαετία του ’80 τον βρήκε να εξερευνά την επιστημονική φαντασία, την παράνοια και το πολιτικό σχόλιο μέσα από έργα που σήμερα θεωρούνται αδιαμφισβήτητα κλασικά. Το Escape from New York (1981) αποτελεί μια δυστοπική παραβολή για την κοινωνία και την εξουσία. Ο χαρακτήρας του Snake Plissken, ερμηνευμένος από τον Kurt Russell, ενσαρκώνει τον αντι-ήρωα μιας εποχής γεμάτης κυνισμό, περιθώριο και ιδεολογική κόπωση. Η Νέα Υόρκη ως φυλακή, η βία ως καθημερινότητα και η τεχνοκρατική απανθρωπιά ως μοίρα συνθέτουν μια από τις πιο επιδραστικές εικόνες της αστικής δυστοπίας.

Δύο χρόνια αργότερα, το The Thing (1982) θα σηματοδοτούσε ίσως το πιο ώριμο έργο του Carpenter, ένα αριστούργημα που αρχικά παρεξηγήθηκε αλλά σήμερα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών. Η σκοτεινή, παγωμένη απομόνωση της Ανταρκτικής, η παράνοια του άγνωστου οργανισμού που μιμείται κάθε μορφή ζωής, η απουσία σιγουριάς και η ριζική αμφισβήτηση της ανθρώπινης ταυτότητας συνάντησαν ένα βαθύ σχόλιο για την δυσπιστία, τη μοναξιά και την απειλή που κρύβεται μέσα μας. Με την μουσική του Ennio Morricone να λειτουργεί σαν καρδιακός παλμός που φθίνει, το The Thing αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη συνάντηση σωματικού και υπαρξιακού τρόμου.

Στο They Live (1988), ο Carpenter εισέρχεται σε μια πιο πολιτική διάσταση, παρουσιάζοντας μια αλληγορία για την προπαγάνδα, την καταναλωτική κουλτούρα και τη χειραγώγηση της μάζας. Η διάσημη σκηνή όπου ο ήρωας φορά τα γυαλιά που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα πίσω από τις διαφημίσεις έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στο συλλογικό ασυνείδητο. Το φιλμ, παρά τις pulp καταβολές του, μιλά για την κοινωνική υποταγή, την μυστική εξουσία και την ψυχολογική πλύση εγκεφάλου με έναν τρόπο που σήμερα μοιάζει προφητικός.

Αλλά ο Carpenter δεν ήταν μόνο σκηνοθέτης. Ήταν και παραμένει, ένας από τους πιο επιδραστικούς συνθέτες της ηλεκτρονικής μουσικής. Η μουσική του χαρακτηρίζεται από μινιμαλισμό, σταθερά μοτίβα, επαναληπτικότητα και μια αίσθηση υπνωτικής έντασης που λειτουργεί σαν συναισθηματικός οδηγός για το κοινό. Χρησιμοποιούσε synths όταν αυτά θεωρούνταν φτηνά και μη επαγγελματικά. Εκείνος, ωστόσο, είδε σε αυτά τη δυνατότητα να παράξουν ψυχρά, απειλητικά, υπνωτιστικά ηχοτοπία, κατάλληλα για τους κόσμους που οραματιζόταν. Χωρίς ουσιαστικά να το επιδιώξει, έγινε ο πνευματικός πατέρας του σύγχρονου synthwave. Σήμερα, δεκάδες καλλιτέχνες, από Perturbator μέχρι Carpenter Brut, αναγνωρίζουν ότι χωρίς τον Carpenter δεν θα υπήρχε η ηλεκτρονική αισθητική που χαρακτηρίζει το νέο κύμα dark electro.

Στην προσωπική του ζωή, ο Carpenter υπήρξε πάντα άνθρωπος χαμηλών τόνων, απόμακρος από τη χολιγουντιανή λάμψη. Δεν διεκδίκησε ποτέ τον ρόλο του auteur, αν και του ανήκει. Συχνά, οι ταινίες του δεν πήγαιναν καλά στο box office, κάτι που τον οδήγησε σε απογοήτευση και μια σταδιακή απομάκρυνση από τον χώρο. Ωστόσο, η πραγματική αναγνώριση ήρθε με τον χρόνο. Καθώς οι μεταγενέστερες γενιές ανακάλυψαν το έργο του, η επιρροή του αποδείχθηκε τεράστια, όχι μόνο στο σινεμά, αλλά στην τηλεοπτική αισθητική, τα βιντεοπαιχνίδια, την ψηφιακή κουλτούρα και τη νεότερη μουσική σκηνή.

Η φιλμογραφία του, που εκτείνεται από το Dark Star έως το In the Mouth of Madness, είναι ένας χάρτης των φόβων και των μεταμορφώσεων της σύγχρονης Αμερικής, φόβος για την απώλεια ταυτότητας, φόβος για την εξουσία, για το άγνωστο, για την κατάρρευση του κοινωνικού ιστού. Ο Carpenter δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε επιδιώκει την λύτρωση, οι ήρωές του συχνά τελειώνουν την πορεία τους μέσα στην αμφισημία, στο σκοτάδι ή στην αποδοχή της αναρχίας. Κι αυτό είναι σημείο-κλειδί για την επιδραστικότητα του έργου του, δεν είναι ένα σινεμά καθεστωτικό, αλλά αντιαυταρχικό, σχεδόν πρωτο-κυβερνοπάνκ στη λογική του. Το Escape from New York, το They Live, ακόμη και το The Thing έχουν μια κοινή ιδεολογική ρίζα, αποδομούν την ψευδαίσθηση της ασφάλειας, της βεβαιότητας και της εξουσίας.

Σήμερα, ο Carpenter συνεχίζει να γράφει μουσική, να δίνει συναυλίες και να κυκλοφορεί νέα άλμπουμ. Οι live εμφανίσεις του αποτελούν μια σύγχρονη εμπειρία όπου σινεμά και ηλεκτρονική μουσική γίνονται ένα. Με τους Lost Themes απέδειξε ότι παραμένει ενεργός, δημιουργικός και σύγχρονος. Ο ίδιος δηλώνει συχνά ότι πλέον απολαμβάνει περισσότερο τη μουσική από τον κινηματογράφο, αλλά το αποτύπωμά του στο δεύτερο είναι τόσο ισχυρό που δεν μπορεί να σβηστεί.

Η κληρονομιά του Carpenter δεν βρίσκεται μόνο στις ταινίες του, βρίσκεται στη διαμόρφωση μιας ολόκληρης αισθητικής, των neon πόλεων, των κατεστραμμένων κοινωνιών, των ψυχρών ηχητικών μοτίβων, της αίσθησης ότι ο κόσμος είναι πάντα στο όριο, και ότι η μόνη απάντηση είναι η επιβίωση μέσα στην αβεβαιότητα. Το έργο του άνοιξε τον δρόμο για γενιές δημιουργών που είδαν στον τρόμο και την επιστημονική φαντασία κάτι πολύ περισσότερο από ατραξιόν, ένα όχημα για να μιλήσουν για την κοινωνία, τον φόβο και την ύπαρξη.

Ο John Carpenter παραμένει, με κάθε έννοια, ένας αρχιτέκτονας του σύγχρονου σκοτεινού φαντασιακού. Ένας αφηγητής που χωρίς να το επιδιώξει, έγινε μύθος. Ένας καλλιτέχνης που δίδαξε ότι με περιορισμένα μέσα, αλλά με όραμα και απόλυτο έλεγχο της ατμόσφαιρας, μπορείς να οικοδομήσεις κόσμους που επιβιώνουν πολύ πέρα από τις εποχές τους. Και, τελικά, ένας δημιουργός που απέδειξε ότι το πραγματικό τέρας δεν βρίσκεται πάντα έξω, συχνά βρίσκεται μέσα μας, ή ακόμη χειρότερα, πίσω από τις δομές που υποτίθεται πως μας προστατεύουν.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…