Το κινηματογραφικό film Videodrome (1983) του David Cronenberg

Το κινηματογραφικό film Videodrome (1983) του David Cronenberg

” Long live the New Flesh.”

Το Videodrome (1983) του David Cronenberg είναι ενα απο τα σημαντικότερα κινηματογραφικά film που συνδύασαν επιστημονική φαντασία και body horror. Αποτελεί ένα φιλοσοφικό μανιφέστο πάνω στη φύση της πραγματικότητας, της γνώσης, της εικόνας και της συνείδησης στην εποχή των μαζικών μέσων. Πρόκειται για ένα έργο-τομή που προηγήθηκε της ψηφιακής εποχής, αλλά κατάφερε να περιγράψει με σχεδόν προφητική ακρίβεια τη σχέση ανθρώπου, οθόνης, σώματος,πληροφορίας και αντίληψης.

Σύνοψη και βασικός άξονας του σεναρίου

Ο Max Renn είναι ιδιοκτήτης ενός μικρού καναλιού καλωδιακής τηλεόρασης που ειδικεύεται σε ακραίο και ερωτικό περιεχόμενο. Αναζητά διαρκώς το κάτι πιο δυνατό, κάτι που θα ξεπεράσει τα όρια της συμβατικής ψυχαγωγίας. Μέσα από μια πειρατική λήψη εντοπίζει το Videodrome, ένα πρόγραμμα που παρουσιάζει ωμά βασανιστήρια και δολοφονίες, χωρίς εμφανές σενάριο, χαρακτήρες ή αφηγηματικό πλαίσιο.

Αρχικά, ο Max το αντιμετωπίζει ως ακόμη ένα προϊόν exploitation. Σταδιακά όμως γίνεται σαφές ότι το Videodrome δεν είναι απλώς μια εκπομπή, αλλά ένα σήμα με συγκεκριμένη λειτουργία. Η έκθεση σε αυτό προκαλεί παραισθήσεις, σωματικές αλλοιώσεις και πλήρη διάλυση των ορίων ανάμεσα στην πραγματικότητα, τη φαντασίωση και την τεχνολογική επιβολή. Το σώμα του Max μετατρέπεται κυριολεκτικά σε φορέα και αποθήκη πληροφορίας.

Το Videodrome ως γνωσιολογικός ιός

Στον πυρήνα της ταινίας, το Videodrome λειτουργεί ως ένας γνωσιολογικός ιός. Δεν μεταδίδει απλώς εικόνες, αλλά επαναπρογραμματίζει την αντίληψη εκείνου που εκτίθεται σε αυτό. Η γνώση δεν περνά μέσα από τη λογική επεξεργασία ή τη γλώσσα, αλλά μέσω αισθητηριακής υπερφόρτωσης και νευρολογικής παρέμβασης. Η πληροφορία παύει να είναι αφηρημένη έννοια και γίνεται βιολογικό γεγονός.

Σε αυτό το πλαίσιο, η γνώση δεν καταστέλλεται ούτε αποκρύπτεται, μεταλλάσσεται. Το άτομο δεν πείθεται, αλλά αναδιαμορφώνεται. Το Videodrome προτείνει μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση της γνωσιολογίας, όπου η αλήθεια δεν ανακαλύπτεται αλλά εγκαθίσταται, και όπου το σώμα λειτουργεί ως πρωτεύον γνωσιακό πεδίο.

Η ταινία αμφισβητεί ευθέως την ύπαρξη μιας σταθερής και αντικειμενικής πραγματικότητας. Αντί για έναν ενιαίο κόσμο γεγονότων, προτείνει μια πραγματικότητα πλήρως διαμεσολαβημένη από τα μέσα. Η γνώση παρουσιάζεται ως κατασκευασμένη εμπειρία, ενώ η αντίληψη ως προϊόν τεχνολογικών και πολιτισμικών φίλτρων.

Η φιγούρα του καθηγητή Brian O’Blivion είναι κομβική. Δεν εμφανίζεται ποτέ με φυσική παρουσία, αλλά μόνο μέσω οθονών και καταγραφών. Ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί τα μέσα είναι το μέσο. Η γνώση του δεν έχει υλικό φορέα πέρα από την εικόνα. Με αυτόν τον τρόπο, το Videodrome συνομιλεί με μεταμοντέρνες γνωσιολογικές θέσεις, τον σχετικισμό της αλήθειας και τεχνο-μυστικιστικές προσεγγίσεις της συνείδησης.

Σώμα, τεχνολογία και η έννοια της «Νέας Σάρκας»

Η εμβληματική φράση «Long live the New Flesh» συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του Cronenberg. Το ανθρώπινο σώμα δεν παρουσιάζεται ως σταθερό, ιερό ή αμετάβλητο, αλλά ως ανοιχτό σύστημα, έτοιμο να μετασχηματιστεί. Η τεχνολογία δεν λειτουργεί ως εργαλείο, αλλά ως εξελικτικός παράγοντας που επαναπροσδιορίζει τη βιολογία.

Η «Νέα Σάρκα» δεν είναι απλώς σωματική μετάλλαξη, αλλά γνωσιακή μετάβαση. Το σώμα εξελίσσεται για να αντέξει και να αφομοιώσει ένα νέο περιβάλλον πληροφορίας. Η προσέγγιση αυτή αντηχεί γνωστικιστικές αντιλήψεις, κυβερνο-σαμανιστικές πρακτικές και πρώιμες μετα-ανθρωπιστικές ιδέες.

Εξουσία, μέσα και αόρατες δομές ελέγχου

Το Videodrome δεν παρουσιάζεται ποτέ ως ουδέτερο περιεχόμενο. Δημιουργήθηκε με σκοπό να εντοπίζει ψυχολογικά ευάλωτα άτομα και να τα μετατρέπει σε φορείς βίας και αποσταθεροποίησης. Η εξουσία στην ταινία δεν επιβάλλεται μέσω νόμων ή καταστολής, αλλά μέσω ελέγχου της αντίληψης.

Όποιος ελέγχει το σήμα, ελέγχει και την πραγματικότητα εκείνων που το λαμβάνουν. Το έργο συνομιλεί ανοιχτά με θεωρίες ψυχολογικού πολέμου, με ιστορικά προγράμματα πειραματισμού πάνω στη συνείδηση, όπως το MK-Ultra, και με την ιδέα ύπαρξης αόρατων δικτύων επιρροής που δρουν μέσα από τα μέσα επικοινωνίας.

Το Videodrome στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή

Παρότι δημιουργήθηκε το 1983, το Videodrome μοιάζει να περιγράφει με ακρίβεια τη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα. Προαναγγέλλει την εποχή των αλγορίθμων, της διαρκούς ροής εικόνων και της νευρολογικής κόπωσης. Η σημερινή «Νέα Σάρκα» δεν είναι οι κασέτες VHS, αλλά οι οθόνες αφής, οι ψηφιακές ταυτότητες και η αδιάκοπη αισθητηριακή διέγερση.

Η εμπειρία της πληροφορίας δεν είναι πλέον παθητική. Το άτομο διαμορφώνεται νευρολογικά και συναισθηματικά από το περιβάλλον των μέσων, επιβεβαιώνοντας τη βασική θέση της ταινίας ότι η τεχνολογία δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα τη δημιουργεί.

Το Videodrome αμφισβητεί τη φύση της γνώσης, ενώνει την τέχνη με τον τρόμο και τη φιλοσοφία και μετατρέπει την εικόνα σε υπαρξιακό πεδίο. Δεν είναι ένα έργο που εξηγείται εύκολα, αλλά ένα έργο που βιώνεται. Δεν απαντά ερωτήματα τα εγκαθιστά.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…