Από το Tavistock Institute στο Sea Spray και απο το Edgewood Arsenal στο MK Ultra

Από το Tavistock Institute στο Sea Spray και απο το Edgewood Arsenal στο MK Ultra
Υπάρχουν ιστορίες που μοιάζουν με υπόγειες διαδρομές. Δεν αρχίζουν με εκρήξεις ή με εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα. Ξεκινούν αθόρυβα, σε γραφεία χωρίς παράθυρα, σε ερευνητικές ομάδες με γκρίζα κοστούμια, σε ιδρύματα που φέρουν τίτλους αθώους σχεδόν βαρετούς. Κι όμως, εκεί, στο παρασκήνιο, διαμορφώθηκε ολόκληρη η αρχιτεκτονική της ψυχολογικής χειραγώγησης του 20ού αιώνα. Και η διαδρομή αυτή έχει αρκετά σημαντικά σημεία, Tavistock, Sea Spray, Edgewood, MK Ultra.
Αυτές οι τέσσερις στάσεις δεν είναι απλώς κεφάλαια της ιστορίας της μυστικής έρευνας. Είναι ο σκελετός ενός κόσμου όπου η επιστήμη, η κρατική ισχύς και η ηθική μπαίνουν σε τροχιά σύγκρουσης. Και το αποτέλεσμα είναι ένα χρονικό που άλλοτε θυμίζει εργαστήριο, άλλοτε πεδίο μάχης, και άλλοτε ζώνη φαντασμάτων εκεί όπου ο άνθρωπος γίνεται εργαλείο.
Tavistock Institute – Εκεί που όλα ξεκίνησαν
Πριν από τα LSD, πριν από τα παράνομα εργαστήρια της CIA, πριν από τους στρατιώτες του Edgewood που παραληρούσαν μέσα σε κουβέρτες, υπήρχε ήδη μια πνευματική μήτρα που διαμόρφωνε ένα νέο τρόπο κατανόησης του ανθρώπινου νου. Το Tavistock Institute, ιδρυμένο στο Λονδίνο, είχε τις ρίζες του στα ψυχολογικά τραύματα των στρατιωτών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εμφανίστηκε ως τόπος θεραπείας χώρος όπου οι νευρώσεις των χαρακωμάτων έβρισκαν φωνή.
Γρήγορα όμως, η κατανόηση της ψυχολογίας των μαζών, της ομαδικής δυναμικής και της χειραγώγησης της συμπεριφοράς αποδείχθηκε υπερβολικά χρήσιμη για να μείνει μόνο σε κλινικά δωμάτια. Η μετάβαση ήταν σχεδόν φυσική: από τους στρατιώτες στα πλήθη. Από το τραύμα στη διαχείριση. Από τη θεραπεία στην επιρροή.
Το Tavistock έγινε ένα ιδιότυπο εργαστήριο κοινωνικής μηχανικής. Οι θεωρίες του χρησιμοποιήθηκαν για προπαγάνδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για σχήματα αναδιάρθρωσης «ανεπιθύμητων» ομάδων, για πειραματισμούς πάνω στη συμπεριφορά μεγάλων πληθυσμών. Ορισμένοι το είπαν think tank. Άλλοι ένα ήσυχο υπουργείο ψυχολογικών επιχειρήσεων. Άλλοι, πιο τολμηροί, το είδαν ως το «manual του 20ού αιώνα για το πώς ελέγχεις έναν λαό χωρίς να σηκώνεις όπλο».
Όπως και να το δει κανείς, το Tavistock έβαλε το θεμέλιο, την ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδομηθεί και να επαναπρογραμματιστεί. Να γίνει μονάδα σε ένα σύστημα που γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο. Και αυτή η ιδέα ταξίδεψε και έγινε ο σπόρος για όσα θα ερχόντουσαν στις ΗΠΑ.
Γιατί αν η χειραγώγηση είναι τέχνη, κάποιος έπρεπε να γράψει την παρτιτούρα. Και το Tavistock έγραψε τις πρώτες νότες.
Sea Spray – Το Σαν Φρανσίσκο μέσα στη Μικροβιακή Ομίχλη του 1950
Σεπτέμβριος του 1950. Το Σαν Φρανσίσκο είναι τυλιγμένο στην πρωινή ομίχλη, όπως συνηθίζει. Μόνο που αυτή τη φορά, η ομίχλη δεν ήταν ακριβώς φυσική. Ανάμεσά της ταξίδευαν σωματίδια βακτηρίων. Μικροσκοπικοί οργανισμοί που δεν ανήκαν στα σύννεφα αλλά στις δεξαμενές ενός στρατιωτικού πλοίου.
Η επιχείρηση ονομάστηκε “Operation Sea-Spray.” Και δεν ήταν ένα πείραμα στο πλαίσιο πολέμου. Ήταν δοκιμή σε πραγματικές συνθήκες, θα μπορούσε μια βιολογική επίθεση να περάσει απαρατήρητη μέσα σε μια πόλη; Θα μπορούσαν οι μυστικές υπηρεσίες να μετρήσουν τη διασπορά μικροβίων δίχως να καταλάβει κανείς τίποτα;
Η απάντηση ήταν ναι και το πλήρωσαν άγνωστοι πολίτες.
Το πλοίο USS Lewis άφησε στον αέρα της πόλης τεράστιες ποσότητες Serratia marcescens και Bacillus globigii. Δεν ήταν θεωρητικά επιβλαβή για τους περισσότερους ανθρώπους, έλεγαν οι επιστήμονες αλλά αυτό ήταν ένα στοίχημα, όχι μια βεβαιότητα. Το στοίχημα χάθηκε για κάποιους. Ούτε προειδοποίηση, ούτε συναίνεση, ούτε ενημέρωση.
Μέσα σε λίγες ημέρες, άνθρωποι σε νοσοκομεία ανέφεραν ασυνήθιστες λοιμώξεις. Ένας άντρας πέθανε. Άλλοι αρρώστησαν βαριά. Όμως το πείραμα δεν παραδέχτηκε ποτέ τις συνέπειές του.
Το πιο ανατριχιαστικό δεν ήταν η πράξη καθαυτή, αλλά το περιβάλλον στο οποίο εντάχθηκε, μια μεταπολεμική Αμερική που έπαιζε τώρα με τη βιολογία όπως κάποτε έπαιζε με τα όπλα. Μια χώρα όπου ο πολίτης γινόταν, χωρίς να το γνωρίζει, μονάδα δοκιμής. Και το Sea Spray, όσο σιωπηλό κι αν παραμένει στα βιβλία ιστορίας, ήταν η εισαγωγή στη νέα εποχή: την εποχή όπου τα πειράματα μεταφέρονταν έξω από τα εργαστήρια και μέσα στις πόλεις.
Ήταν το πρώτο σημάδι ότι κάτι αλλάζει. Κι ότι η γραμμή μεταξύ επιστήμης και επιχείρησης επιτήρησης άρχιζε να λιώνει.
Edgewood Arsenal – Στα Εργαστήρια του Παραληρήματος (1948–1975)
Αν το Tavistock έδωσε τη θεωρία και το Sea Spray το πρώτο πεδίο δοκιμής, το Edgewood Arsenal στο Maryland ήταν η πρώτη μεγάλη βάση βιοχημικών και ψυχοχημικών πειραμάτων στις ΗΠΑ. Δεν ήταν απλώς αποθήκη όπλων ήταν ένας ολόκληρος μηχανισμός που περιστρεφόταν γύρω από ένα ερώτημα,
Μπορείς να αφοπλίσεις έναν στρατό όχι με σφαίρες, αλλά με χημεία;
Από το 1948 μέχρι το 1975, περίπου 7.000 στρατιώτες πέρασαν από τα προγράμματα του Edgewood. Η συμμετοχή τους χαρακτηριζόταν «εθελοντική». Αλλά ήταν ενημερωμένοι; Ήταν συνειδητοί; Τα αρχεία λένε πως όχι. Οι περισσότεροι απλώς εμπιστεύτηκαν την στολή που φορούσαν.
Εκεί δοκιμάστηκαν πάνω από 250 ουσίες, νευροτοξικά, ερεθιστικά αέρια, ψυχοενεργά ναρκωτικά, χημικά που επηρέαζαν τη μνήμη, την κρίση, τον προσανατολισμό. Η πιο διάσημη ή διαβόητη ήταν το BZ (3-Quinuclidinyl benzilate), μια ουσία ικανή να προκαλέσει παραλήρημα 48 έως 96 ωρών. Ήταν τόσο ισχυρή, που ορισμένοι την περιέγραφαν ως «διακοπή της πραγματικότητας».
Και πίσω από πολλά από αυτά τα πειράματα στεκόταν ο James S. Ketchum, ο ψυχίατρος που έγινε γνωστός αργότερα ως Dr. Delirium. Για τον Κetchum, το όραμα ήταν σχεδόν ιδεαλιστικό, πίστευε πως μπορούσε να βρει όπλα που δεν σκοτώνουν, αλλά απενεργοποιούν τη λογική. Στα χαρτιά ακούγεται ευγενές. Στην πράξη, τα πειράματα συχνά κατέληγαν σε φρίκη, στρατιώτες να βλέπουν άγνωστα αντικείμενα να «πάλλονται», να προσπαθούν να περπατήσουν σε σκάλες που δεν υπήρχαν, να μιλούν με ανθρώπους που δεν ήταν εκεί.
Το αποκορύφωμα ήταν το Project DORK, στο Dugway Proving Ground, όπου το BZ ψεκάστηκε σε πεδίο μάχης προσομοίωσης. Ένας από τους συμμετέχοντες, ο Ronald Zadrozny, πέρασε 36 ώρες σε κατάσταση παραισθήσεων ενώ οι αξιωματικοί συνέχιζαν το «θέατρο πολέμου» γύρω του.
Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική, ένας άνθρωπος χαμένος στη δική του αναδιπλούμενη πραγματικότητα, ενώ γύρω του ένας ολόκληρος στρατιωτικός μηχανισμός παίζει τον ρόλο του εισβολέα.
Το Edgewood δεν ήταν απλώς πείραμα. Ήταν επίδειξη ισχύος. Ήταν η τεκμηριωμένη απόδειξη ότι η ψυχοχημεία μπορούσε να γίνει όπλο. Κι αν το Edgewood έδειξε τι είναι δυνατό, το MK Ultra έδειξε τι συμβαίνει όταν δεν υπάρχει κανένα όριο.
MK Ultra – Η Μεγάλη Σκιά της CIA (1953–1973)
Το MK Ultra δεν μοιάζει με πρόγραμμα. Μοιάζει με μύθο. Με αφήγηση που έρχεται από υπόγεια, από καμένες σελίδες, από παγωμένους φακέλους που άνοιξαν κατά λάθος. Κι όμως, ήταν ολοκληρωτικά πραγματικό.
Γεννήθηκε επίσημα το 1953, υπό την σκέπη του Allan Dulles, τον πανίσχυρο διευθυντή της CIA. Ήταν ο ψυχρός πόλεμος, και η Αμερική φοβόταν πως η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα είχαν αναπτύξει «τεχνικές πλύσης εγκεφάλου». Το MK Ultra ήταν η απάντηση, μια γιγαντιαία προσπάθεια πειραματισμού στον ανθρώπινο νου.
Το πρόγραμμα είχε πάνω από 150 υπο-έργα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν αγγίζουν τα όρια του απερίγραπτου:
– ανεξέλεγκτη χορήγηση LSD,
– απομόνωση,
– αισθητηριακή στέρηση,
– ύπνωση,
– ψυχολογική διάσπαση,
– ηλεκτροσόκ σε ανώτερες δόσεις,
– χημικές ουσίες που αλλοίωναν μνήμη και κρίση,
– «θεραπείες» που έμοιαζαν περισσότερο με βασανιστήρια.
Και όλα αυτά γίνονταν συχνά χωρίς συναίνεση. Ούτε ενημέρωση. Ούτε δικαιώματα. Από φυλακισμένους μέχρι ασθενείς ψυχιατρικών κλινικών, από ναρκομανείς μέχρι ανυποψίαστους πολίτες που νομίζαν ότι πήγαν σε ένα «πείραμα για τη δημιουργικότητα».
Η φιγούρα που δεσπόζει πάνω από όλα είναι ο Dr. Sidney Gottlieb, ο άνθρωπος πίσω από τις ουσίες, τις τεχνικές, τα υποέργα. Τον αποκαλούσαν «Μαύρο Μάγο της CIA». Μελέτησε από τον Θιβετιανό μυστικισμό μέχρι δηλητήρια της ζούγκλας για να βρει τρόπους «χειρισμού» του νου.
Το MK Ultra δεν έμεινε μόνο σε εργαστήρια. Μεταφέρθηκε σε πανεπιστήμια, σε νοσοκομεία, σε απομακρυσμένα καταλύματα. Στο Μόντρεαλ, ο ψυχίατρος Ewen Cameron κατέστρεφε κυριολεκτικά την προσωπικότητα ασθενών μέσω της τεχνικής “psychic driving”, απομόνωση, παρατεταμένη ύπνωση, χορήγηση φαρμάκων που προκαλούσαν αμνησία, και επαναλαμβανόμενα ηχητικά μηνύματα για μέρες.
Κάποιοι βγήκαν από τα πειράματα χωρίς μνήμη. Άλλοι χωρίς αίσθηση ταυτότητας. Άλλοι… δεν βγήκαν ποτέ.
Το πρόγραμμα έληξε το 1973, όχι επειδή κάποιος ξαφνικά απέκτησε συνείδηση, αλλά επειδή αποκαλύφθηκε έμμεσα και ο τότε διευθυντής της CIA, Richard Helms, διέταξε την καταστροφή των φακέλων. Μόνο μικρά κομμάτια επέζησαν.
Αυτά τα κομμάτια όμως ήταν αρκετά για να φανεί τι είχε συμβεί, ολόκληροι άνθρωποι είχαν χρησιμοποιηθεί ως πρώτες ύλες σε μια μηχανή που έψαχνε τρόπους να σπάσει και να αναδομήσει την ανθρώπινη σκέψη.
Η μη-ηθική
Αν κοιτάξει κανείς τη διαδρομή Tavistock → Sea Spray → Edgewood → MK Ultra, μια λέξη επανέρχεται ξανά και ξανά, συναίνεση. Ή μάλλον, η απουσία της.
Στο Tavistock, η ψυχολογία έγινε εργαλείο πολιτικής.
Στο Sea Spray, μια πόλη έγινε πεδίο δοκιμών χωρίς να το γνωρίζει.
Στο Edgewood, στρατιώτες αφέθηκαν να παλεύουν με παραισθήσεις επειδή «έπρεπε να δοκιμάσουμε το χημικό».
Στο MK Ultra, ολόκληρες ζωές καταστράφηκαν για να απαντηθεί ένα και μόνο ερώτημα: μπορείς να ελέγξεις το μυαλό;
Η πιο τρομακτική αλήθεια δεν είναι ότι έγιναν αυτά τα πειράματα. Είναι ότι έγιναν μεθοδικά, γραφειοκρατικά, κανονικοποιημένα. Όχι από παράφρονες επιστήμονες, αλλά από υπηρεσίες, επιτροπές, χρηματοδοτήσεις, προγράμματα που περνούσαν μέσα από την επίσημη γραφειοκρατία ενός «πολιτισμένου» κράτους.
Η ηθική ήταν μια λεπτή μεμβράνη και έσπασε με απίστευτη ευκολία.
Τα προγράμματα αυτά δεν απέδειξαν απλώς τι μπορεί να κάνει η εξουσία. Απέδειξαν κάτι πιο βαθύ, ότι ο φόβος είτε του πολέμου, είτε του «εχθρού», είτε της άγνοιας μπορεί να δικαιολογήσει σχεδόν τα πάντα. Και όταν αυτός ο φόβος συναντήσει την πρόοδο της επιστήμης, δημιουργείται ένα μείγμα ικανό να κάψει τους θεμελιώδεις κανόνες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η ιστορία αυτών των προγραμμάτων μοιάζει με προειδοποίηση γραμμένη σε παλιές σελίδες, ότι η τεχνολογία της χειραγώγησης δεν γεννήθηκε στο μέλλον γεννήθηκε ήδη, αθόρυβα, δεκαετίες πριν. Και ότι η πιο επικίνδυνη μορφή εξουσίας δεν είναι εκείνη που σου επιβάλλεται με τη βία,αλλά εκείνη που εισχωρεί στο μυαλό ή στην ομίχλη μιας πόλης χωρίς να τη δεις ποτέ να έρχεται.
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογίες ελέγχου γίνονται όλο και πιο αόρατες, η μνήμη αυτών των προγραμμάτων δεν είναι απλώς ιστορία. Είναι καθρέφτης.
Και ίσως, η υπενθύμιση ότι η ελευθερία του νου είναι εύθραυστη και πάντα υπό διαπραγμάτευση.