Το Project Sunshine, μια ακόμη νοσηρή ανάμνηση του πρώτου ψυχρού πολέμου.

Το Project Sunshine, μια ακόμη νοσηρή ανάμνηση του πρώτου ψυχρού πολέμου.


Από το 1945 και μετά, η εικόνα του ατομικού μανιταριού δεν ήταν απλώς ένα σύμβολο καταστροφής, ήταν και υπόσχεση δύναμης, προόδου και τεχνολογικού μεγαλείου. Ο ψυχρός πόλεμος βρισκόταν στα πρώτα του στάδια και οι δύο υπερδυνάμεις τολμούσαν για να βρουν τα όρια της ισχύος τους.

Ήταν η εποχή που η ανθρωπότητα πίστεψε πως μπορούσε να τιθασεύσει τον ήλιο.

Στην καρδιά αυτής της εποχής, μια σειρά προγραμμάτων της Αμερικανικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (AEC) επιχειρούσε να απαντήσει σε ένα φαινομενικά απλό ερώτημα:

Τι συνέπειες έχει η ραδιενέργεια των πυρηνικών δοκιμών πάνω στον άνθρωπο;

Η απάντηση, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν μόνο επιστημονική. Ήταν και ηθική, κοινωνική και φιλοσοφική.

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια αυτής της έρευνας ήταν το Project Sunshine ένα πρόγραμμα που μελετούσε τη διάχυση ραδιενεργών στοιχείων στο περιβάλλον, με μέσα που αργότερα θα συγκλόνιζαν τον κόσμο.

Σήμερα, το Project Sunshine στέκει ως παράδειγμα της διπλής όψης του ψυχρού πολέμου της τότε επιστήμης που φωτίζει, αλλά και της εξουσίας που σκιάζει.

Η σκιά του πυρηνικού αιώνα

Τα χρόνια μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι άλλαξαν για πάντα την επιστήμη και την πολιτική. Η πυρηνική ενέργεια έμοιαζε ταυτόχρονα με σωτηρία και κατάρα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι Σοβιετικοί και σύντομα και άλλες δυνάμεις μπήκαν σε έναν αγώνα εξοπλισμών που μετρούσε ισχύ σε μεγατόνους. Οι ατμοσφαιρικές δοκιμές πυρηνικών όπλων στη Νεβάδα, στα νησιά του Ειρηνικού, οπως και στη Σιβηρία έστελναν στην ατμόσφαιρα αμέτρητες ποσότητες ραδιενεργών στοιχείων.

Μέσα στην επιστημονική κοινότητα των ΗΠΑ άρχισε να γεννιέται η ανησυχία, τι ακριβώς σημαίνει αυτό για το περιβάλλον και τους ανθρώπους;

Ένα από τα πρώτα βήματα ήταν το Project Gabriel, μια θεωρητική μελέτη της RAND Corporation στα τέλη της δεκαετίας του ’40. Το πρόγραμμα αυτό διερευνούσε πόση ραδιενέργεια θα χρειαζόταν για να καταστεί ο πλανήτης μη βιώσιμος. Τα συμπεράσματα ήταν ζοφερά, η συνεχής διάχυση ραδιενεργών καταλοίπων, ακόμη και σε μικρές δόσεις, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μακροχρόνιες επιπτώσεις στο ανθρώπινο DNA και στα οικοσυστήματα.

Από εκεί γεννήθηκε η ιδέα για μια πιο πρακτική, «εμπειρική» μελέτη.

Το 1953, η Atomic Energy Commission ανέθεσε στους επιστήμονες της RAND και σε πανεπιστήμια όπως το Columbia και το Chicago ένα νέο σχέδιο, να μετρήσουν με πραγματικά δείγματα πώς το επικίνδυνο ισότοπο Strontium-90 (Sr-90) κυκλοφορεί στη φύση και εγκαθίσταται στο ανθρώπινο σώμα.

Το Sr-90, προϊόν της διάσπασης του ουρανίου και του πλουτωνίου, είχε μια ιδιότητα που τρόμαζε τους φυσικούς, μιμούνταν το ασβέστιο και συγκεντρωνόταν στα οστά.

Αυτό σήμαινε ότι κάθε έκρηξη πυρηνικού όπλου μπορούσε να αφήσει ίχνη ραδιενέργειας στα κόκαλα κάθε ανθρώπου πάνω στη Γη.

Το Project Sunshine γεννήθηκε μέσα σε αυτή τη σκιά. Ένα πρόγραμμα που, στο όνομα της επιστήμης, θα επιχειρούσε να «φωτίσει» το αόρατο μονοπάτι της ραδιενέργειας στον άνθρωπο.

 

Η συγκρότηση και η μεθοδολογία

Για την εκπόνηση του προγράμματος επιστρατεύτηκαν κορυφαίοι επιστήμονες, ανάμεσά τους ο Willard Libby, ένας από τους θεμελιωτές της ραδιοχρονολόγησης με άνθρακα-14 και μετέπειτα νομπελίστας. Ο Libby είχε βαθιά πεποίθηση πως μόνο με ακριβή, ρεαλιστικά δεδομένα θα μπορούσε η κυβέρνηση να κατανοήσει το μέγεθος του κινδύνου από τις πυρηνικές δοκιμές.

Η ομάδα σχεδίασε μια σειρά πειραμάτων που απαιτούσαν δείγματα ανθρώπινων οστών από διαφορετικές περιοχές και ηλικιακές ομάδες.

Όσο πιο νεαρά ήταν τα δείγματα, τόσο καλύτερα, γιατί τα παιδικά οστά απορροφούσαν περισσότερο Strontium-90 από το περιβάλλον.

Κάπου εδώ, η επιστήμη πέρασε το αόρατο όριο της ηθικής.

Σε συνεργασία με νοσοκομεία, ιατροδικαστικές υπηρεσίες και στρατιωτικά εργαστήρια, οι ερευνητές άρχισαν να συλλέγουν δείγματα μερικές φορές με άδεια, συχνά χωρίς.

Αναφορές από την ίδια την AEC, που αποχαρακτηρίστηκαν δεκαετίες αργότερα, περιγράφουν περιπτώσεις όπου τα οστά αφαιρέθηκαν από νεκρά βρέφη ή παιδιά χωρίς να ενημερωθούν οι γονείς.

Τα δείγματα στάλθηκαν σε εξειδικευμένα εργαστήρια, όπου μετρήθηκε η συγκέντρωση ραδιενέργειας μέσω φασματομετρίας.

Ορισμένα δείγματα προήλθαν από την Αυστραλία, τη Βρετανία, την Ευρώπη, ακόμη και από κράτη της Λατινικής Αμερικής.

Η διεθνής εμβέλεια του προγράμματος υποδηλώνει πως η ανησυχία για τη ραδιενέργεια δεν περιοριζόταν στις ΗΠΑ, αλλά η μέθοδος συλλογής έμεινε σφραγισμένη στο απόρρητο.

Σε εσωτερικό υπόμνημα, ο Libby φέρεται να είχε δηλώσει:

«Δεν υπάρχουν αρκετά δείγματα παιδιών στον κόσμο χρειαζόμαστε περισσότερα αν θέλουμε να γνωρίζουμε την αλήθεια».

Η φράση αυτή, ψυχρή και επιστημονικά αποστασιοποιημένη, θα γινόταν σύμβολο του πώς η ανάγκη για γνώση μπορεί να συνθλίψει τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

 

Η μυστικότητα και η σκοτεινή πλευρά

Η επιλογή του ονόματος Sunshine φαίνεται σήμερα σχεδόν σαρκαστική.

Ένα πρόγραμμα που βασίστηκε σε πράξεις απόλυτης μυστικότητας, βαφτίστηκε με το όνομα του φωτός. Ίσως γιατί στο μυαλό των υπευθύνων η λέξη “sunshine” παρέπεμπε σε διαύγεια, θετική ενέργεια, πρόοδο την εικόνα που ήθελε να προβάλει η Αμερική στον κόσμο.

Στην πραγματικότητα, το πρόγραμμα θύμιζε περισσότερο τις πιο σκοτεινές πρακτικές του Ψυχρού Πολέμου.

Ερευνητές, συχνά χωρίς την παραμικρή ενημέρωση των οικογενειών, έπαιρναν δείγματα από νεκρά σώματα.

Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση που αποκαλύφθηκε δεκαετίες αργότερα, μια μητέρα ενημερώθηκε ότι δεν μπορούσε να ντύσει το νεκρό βρέφος της για την κηδεία «για λόγους ιατρικής διαδικασίας» οι ερευνητές είχαν ήδη αφαιρέσει τα κάτω άκρα του παιδιού για τις ανάγκες του προγράμματος.

Οι επιστήμονες που συμμετείχαν δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανήθικους πίστευαν ότι υπηρετούσαν το κοινό καλό.

Η Αμερική, βυθισμένη στον πυρηνικό ανταγωνισμό, αντιμετώπιζε τον φόβο της ραδιενέργειας ως εθνικό ζήτημα ασφαλείας. Η γνώση έπρεπε να αποκτηθεί, όποιο κι αν ήταν το κόστος.

Η RAND και η AEC φρόντισαν να κρατήσουν το πρόγραμμα απόρρητο. Τα περισσότερα έγγραφα χαρακτηρίστηκαν “Top Secret”.

Όταν ορισμένοι δημοσιογράφοι ή πολιτικοί άρχισαν να ρωτούν για το “Sunshine”, λάμβαναν καθησυχαστικές απαντήσεις ότι επρόκειτο για μια περιβαλλοντική μελέτη ραδιενεργού σκόνης.

Το κοινό δεν έμαθε ποτέ την πλήρη αλήθεια τουλάχιστον όχι τότε.

 

Τα αποτελέσματα και οι αποκαλύψεις

Όταν οι πρώτες αναλύσεις ολοκληρώθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50, οι αριθμοί μιλούσαν από μόνοι τους.  Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν αυτό που πολλοί φοβούνταν Το Strontium-90 είχε εισχωρήσει παντού, στα οστά παιδιών, στο γάλα, στα φυτά, στην τροφική αλυσίδα και στην ατμόσφαιρα. Τα δεδομένα του Project Sunshine κατέδειξαν ότι η ραδιενεργός σκόνη που παραγόταν από τις δοκιμές των πυρηνικών όπλων δεν ήταν απλώς ένα τοπικό φαινόμενο ήταν ένα παγκόσμιο νέφος που δεν γνώριζε σύνορα.

Η ανησυχία εξαπλώθηκε αργά, σχεδόν υπόγεια. Οι επιστήμονες που συμμετείχαν, δεσμευμένοι από απόρρητα πρωτόκολλα, δεν μπορούσαν να μιλήσουν ανοιχτά. Ωστόσο, ορισμένοι μεταξύ αυτών και ο ίδιος ο Willard Libby άρχισαν να προειδοποιούν ότι η ραδιενέργεια είχε φτάσει σε επίπεδα που δεν μπορούσαν πλέον να αγνοηθούν. Ο Libby, μιλώντας σε επιστημονική επιτροπή, ανέφερε πως το Sr-90 είχε βρεθεί “σε κάθε δείγμα ανθρώπινου ιστού που εξετάσαμε” μια δήλωση που έπεσε σαν κεραυνός, αν και δεν εξηγήθηκε ποτέ πλήρως στο κοινό.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, οργανώσεις ειρήνης, επιστήμονες και απλοί πολίτες άρχισαν να αμφισβητούν την ηθική των ατμοσφαιρικών δοκιμών. Το Project Sunshine, αν και ακόμα μυστικό, αποτέλεσε τη βάση για το κίνημα ενάντια στην πυρηνική ρύπανση. Οι αποκαλύψεις που ήρθαν σταδιακά στη δημοσιότητα συνέβαλαν στη Συνθήκη Μερικής Απαγόρευσης Πυρηνικών Δοκιμών (Partial Test Ban Treaty) του 1963, η οποία έβαλε τέλος στις δοκιμές στην ατμόσφαιρα, στη θάλασσα και στο διάστημα.

Η έρευνα του Project Sunshine απέδωσε χιλιάδες δείγματα και τεράστιο όγκο δεδομένων, που αποδείκνυαν οτι η ραδιενέργεια από τις πυρηνικές δοκιμές δεν έμενε περιορισμένη στα πεδία των εκρήξεων μεταφερόταν μέσω της ατμόσφαιρας, επικάθονταν στο έδαφος και περνούσε . Αν και οι δόσεις θεωρούνταν μικρές, η συσσώρευση τους στον χρόνο προκαλούσε ανησυχία για καρκίνους και γενετικές ανωμαλίες. Με έναν παράδοξο τρόπο, το ανήθικο πρόγραμμα συνέβαλε σε μια από τις σημαντικότερες συμφωνίες περιορισμού των πυρηνικών κινδύνων.

Όμως το πραγματικό τίμημα φάνηκε χρόνια αργότερα.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 κανείς όμως δεν μίλησε τότε για τα πειραματόζωα του Project Sunshine τα παιδιά και τα βρέφη που είχαν μετατραπεί σε δείγματα ραδιενεργών στοιχείων. Αυτή η σιωπή κράτησε δεκαετίες, έως ότου οι φάκελοι αποχαρακτηρίστηκαν.

Επειτα από δημοσιογραφικές έρευνες και πολιτικές πιέσεις, η αμερικανική κυβέρνηση αποδέσμευσε εκατοντάδες απόρρητα έγγραφα. Ανάμεσά τους βρέθηκαν αναφορές της AEC που επιβεβαίωναν την αφαίρεση ιστών χωρίς συγκατάθεση. Εκεί βρέθηκαν memoranda, λίστες, εσωτερικές αναφορές που περιέγραφαν με ψυχρή λεπτομέρεια τη διαδικασία συλλογής δειγμάτων. Ένα έγγραφο μιλούσε για «εκατοντάδες δείγματα από βρέφη ηλικίας έως ενός έτους», προερχόμενα από διάφορες χώρες. Άλλο σημείωμα ανέφερε ότι «η έλλειψη διαθέσιμου υλικού» απαιτούσε τη «συνεργασία νοσοκομείων και ιατροδικαστών».

Η Advisory Committee on Human Radiation Experiments (ACHRE), που ιδρύθηκε επί προεδρίας Κλίντον, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Project Sunshine “παραβίασε θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας”.

Όταν τα στοιχεία αυτά έγιναν γνωστά, το κοινό αντέδρασε με φρίκη. Ο Τύπος μίλησε για “body snatching” και “grave robbing in the name of science”. Η εικόνα της επιστήμης, που είχε χτιστεί ως σύμβολο προόδου και ασφάλειας, δέχθηκε ένα βαθύ πλήγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είχαν παρουσιάσει τον εαυτό τους ως ηθικό αντίβαρο στον σοβιετικό ολοκληρωτισμό, βρέθηκαν αντιμέτωπες με το δικό τους σκοτεινό επιστημονικό παρελθόν.

Η κοινή γνώμη έμεινε αποσβολωμένη. Για δεκαετίες, ένα πρόγραμμα με τόσο «ανθρώπινο» αντικείμενο είχε λειτουργήσει μακριά από κάθε έλεγχο. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη και να θεσπίσει αυστηρότερους κανόνες για την έρευνα πάνω σε ανθρώπινα υπολείμματα και βιολογικά δείγματα.

Όμως η σκιά του Sunshine είχε ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα, δεν επρόκειτο μόνο για μια ηθική αστοχία, αλλά για μια ιστορική υπενθύμιση ότι η επιστήμη, χωρίς διαφάνεια, μπορεί να γίνει εργαλείο εξουσίας.


Η ηθική διάσταση, επιστήμη χωρίς συγκατάθεση

Το Project Sunshine δεν ήταν μεμονωμένο φαινόμενο. Ήταν μέρος μιας ευρύτερης κουλτούρας της εποχής, όπου η επιστημονική σκοπιμότητα υπερίσχυε της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στην ίδια περίοδο, η Αμερική διεξήγαγε πειράματα με ραδιενεργά ισότοπα σε ασθενείς, κρατούμενους και στρατιώτες χωρίς πλήρη ενημέρωση όπως και το διαβόητο πείραμα Tuskegee για τη σύφιλη στους Αφροαμερικανούς. Παράλληλα, οι μυστικές επιχειρήσεις MK-Ultra της CIA χρησιμοποιούσαν ψυχοδραστικές ουσίες σε ανυποψίαστους πολίτες.

Το Sunshine αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση όπου η “αγνή” επιστημονική περιέργεια μετατράπηκε σε μηχανισμό ψυχρού πολέμου. Το επιχείρημα των ερευνητών ήταν απλό: για να σωθεί η ανθρωπότητα από τις συνέπειες των πυρηνικών όπλων, έπρεπε να κατανοήσουν τις επιπτώσεις τους με κάθε κόστος. Κανείς όμως δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή του να αποτελέσει μέρος αυτού του κόστους.

Μετά τη δίκη της Νυρεμβέργης (1947), ο διεθνής επιστημονικός κόσμος είχε θεσπίσει τον Κώδικα της Νυρεμβέργης, που απαιτούσε τη ρητή και ελεύθερη συναίνεση των συμμετεχόντων σε κάθε πείραμα. Το Project Sunshine, ωστόσο, παραβίαζε αυτή την αρχή εκ θεμελίων. Η AEC, όταν ρωτήθηκε για το ζήτημα δεκαετίες αργότερα, επικαλέστηκε «την ανάγκη εθνικής ασφάλειας».

Ορισμένοι επιστήμονες, μετά τις αποκαλύψεις, δήλωσαν ότι δεν είχαν πλήρη επίγνωση της προέλευσης των δειγμάτων. Άλλοι, όμως, όπως ο Libby, είχαν αφήσει υπονοούμενα για το “πόσο δύσκολο ήταν να βρεθούν δείγματα από βρέφη” μια φράση που, εκ των υστέρων, αποκτά τρομακτική βαρύτητα.

Η ιστορία του Project Sunshine δείχνει καθαρά πώς η γνώση μπορεί να αποκοπεί από την ηθική της ρίζα όταν υπηρετεί έναν κρατικό ή στρατιωτικό σκοπό. Η επιστήμη παύει να είναι ουδέτερη όταν το αντικείμενό της είναι το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, χρησιμοποιημένο χωρίς συναίνεση, χωρίς μνήμη, χωρίς όνομα.

Επιπρόσθετα η ιστορία του  δεν είναι μοναδική. Είναι κομμάτι μιας ευρύτερης κουλτούρας ερευνητικής αλαζονείας που άνθισε στον Ψυχρό Πόλεμο. Από τα πειράματα με ραδιενεργό ουράνιο σε ασθενείς νοσοκομείων, μέχρι τις ψυχολογικές δοκιμές του προγράμματος MK-Ultra, η περίοδος χαρακτηρίστηκε από μια κοινή πεποίθηση: ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Η δικαιολογία ήταν σχεδόν πάντα η ίδια: “Για το καλό της ανθρωπότητας.”

Αλλά το Sunshine δείχνει τι συμβαίνει όταν η ανθρωπότητα γίνεται απλώς στατιστικό δείγμα.

Οι αρχές της ιατρικής δεοντολογίας που είχαν διατυπωθεί μετά τη Νυρεμβέργη το 1947 συγκατάθεση, ενημέρωση, σεβασμός στο άτομο αγνοήθηκαν πλήρως. Η Αμερική, που εκείνη την εποχή παρουσιαζόταν ως ηθικός φρουρός του ελεύθερου κόσμου, βρέθηκε αργότερα αντιμέτωπη με το δικό της ηθικό καθρέφτισμα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί από τους επιστήμονες που συμμετείχαν δεν είχαν κακές προθέσεις.

Ο Libby και οι συνεργάτες του πίστευαν πως έπρατταν κάτι απαραίτητο ήθελαν να προστατεύσουν τις επόμενες γενιές από έναν αόρατο εχθρό. Η τραγωδία του Project Sunshine βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην σύγκρουση ανάμεσα στην επιστημονική πρόθεση και στην ανθρώπινη συνέπεια.

Όταν αποκαλύφθηκε η έκταση του προγράμματος, ορισμένοι ερευνητές παραδέχτηκαν δημοσίως ότι «δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πόσο ανήθικο φαινόταν απ’ έξω».

Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν η “εμφάνιση” ήταν η ίδια η πράξη.

Το Sunshine έγινε έτσι ένα από τα παραδείγματα που διδάσκονται σήμερα σε μαθήματα βιοηθικής, δίπλα στο Tuskegee Experiment ή τα ανθρώπινα πειράματα των Ναζί, όχι για τη φρίκη του, αλλά για την αδιόρατη, “κανονική” του μορφή και την  επιστήμη που έχασε το μέτρο, όχι με πρόθεση κακού, αλλά με ψυχρή αδιαφορία.

 

Το φως που φώτισε τις σκιές

Το Project Sunshine ξεκίνησε ως μια προσπάθεια να μετρηθεί η εξάπλωση της ραδιενέργειας, κατέληξε όμως να μετρήσει τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης. Κάτω από το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας, η επιστήμη μετατράπηκε σε εργαλείο συλλογής δεδομένων πάνω σε ανώνυμα σώματα ένα “ηλιόλουστο” όνομα που έκρυβε μια σκοτεινή αλήθεια.

Σήμερα, τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία βρίσκονται διαθέσιμα στο κοινό, και οταν τα διαβάζει κανείς, νιώθει μια παράξενη αντίφαση, από τη μία, βλέπει τη γνήσια αγωνία των επιστημόνων να κατανοήσουν έναν νέο, επικίνδυνο κόσμο και από την άλλη, τη φρίκη ενός συστήματος που θεώρησε φυσιολογικό να παραβιάσει κάθε ανθρώπινο όριο για να το πετύχει.

Η ανάγνωσή τους μοιάζει περισσότερο με αφήγηση δυστοπίας παρά με ψυχρό επιστημονικό ντοκουμέντο. Κι όμως, συνέβη όχι σε κάποιο μακρινό αυταρχικό καθεστώς, αλλά στην καρδιά της δημοκρατικής Αμερικής.

Το Project Sunshine μας θυμίζει πως η πρόοδος χωρίς δεοντολογία είναι απλώς άλλη μορφή εξουσίας. Η επιστήμη οφείλει να ρωτά όχι μόνο “πώς” αλλά και “γιατί”. Οι αριθμοί, οι καμπύλες και τα ραδιοϊσότοπα δεν είναι ποτέ απολύτως ουδέτερα· πίσω τους κρύβονται ανθρώπινες ζωές, οικογένειες, συναισθήματα, απώλειες.

Ίσως, τελικά, το πραγματικό “Sunshine” να μην ήταν ποτέ στα εργαστήρια της AEC, αλλά στο φως που έριξαν οι αποκαλύψεις πάνω στις σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης επιστήμης.
Γιατι ενω ο πρώτος ψυχρός πόλεμος τελείωσε, οι πυρηνικές δοκιμές μεταφέρθηκαν υπόγεια ή στα εργαστήρια προσομοίωσης, και το Strontium-90 δεν απασχολεί πια τις ειδήσεις. Αλλά το ερώτημα του Project Sunshine παραμένει επίκαιρο.

Πόσο “ανθρώπινη” μπορεί να είναι η επιστήμη όταν ο άνθρωπος γίνεται το εργαλείο της, και πως όταν αποκόπτεται από την κοινωνία, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό ισχύος, και όχι σε όργανο κατανόησης?

Ίσως σας ενδιαφέρουν…