Ο John Edward Mack. Ένας ψυχίατρος σε σύγκρουση με το ακαδημαϊκό κατεστημένο και τα ανοιχτά ερωτήματα που μας κληροδότησε

Ο John Edward Mack. Ένας ψυχίατρος σε σύγκρουση με το ακαδημαϊκό κατεστημένο και τα ανοιχτά ερωτήματα που μας κληροδότησε

Ο John Edward Mack γεννήθηκε το 1929 στην Νέα Υόρκη και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο σεβαστές μορφές της αμερικανικής ψυχιατρικής του 20ού αιώνα. Σπούδασε ιατρική στο Harvard Medical School, όπου αργότερα διετέλεσε καθηγητής ψυχιατρικής και επικεφαλής του τμήματος. Η ακαδημαϊκή του πορεία ήταν εξαιρετικά επιτυχημένη και κορυφώθηκε το 1977, όταν τιμήθηκε με βραβείο Pulitzer για τη βιογραφία του Lawrence of Arabia: A Biographical Inquiry, έργο που ήδη φανέρωνε το ενδιαφέρον του για πολύπλοκες προσωπικότητες και τα ψυχολογικά τους βάθη.

Για δεκαετίες, ο Mack θεωρούνταν υπόδειγμα επιστήμονα, κλινικός, ορθολογιστής, αυστηρός στη μεθοδολογία του και βαθιά ανθρωπιστής. Είχε έντονη δράση κατά των πυρηνικών όπλων και ασχολήθηκε με το ψυχολογικό τραύμα του πολέμου, ιδιαίτερα στους βετεράνους. Τίποτα στο βιογραφικό του δεν προμήνυε ότι θα γινόταν μία από τις πιο αμφιλεγόμενες φιγούρες στη σύγχρονη ιστορία της επιστήμης.

Η ριζική στροφή στη ζωή και το έργο του ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν άρχισε να έρχεται σε επαφή με άτομα που ισχυρίζονταν ότι είχαν απαχθεί από μη ανθρώπινες οντότητες. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη στάση της επιστημονικής κοινότητας, ο Mack δεν αντιμετώπισε τις μαρτυρίες αυτές ούτε με χλευασμό ούτε με προκαθορισμένη παθολογικοποίηση. Αντίθετα, επέλεξε να τις εξετάσει με τα εργαλεία της κλινικής ψυχιατρικής, της ψυχαναλυτικής διερεύνησης και της φαινομενολογίας.

Στις εκατοντάδες συνεντεύξεις που πραγματοποίησε, διαπίστωσε ότι οι λεγόμενοι απαχθέντες δεν παρουσίαζαν ενδείξεις ψύχωσης, παραληρητικών διαταραχών ή σοβαρής ψυχιατρικής παθολογίας. Πολλοί ήταν λειτουργικοί, μορφωμένοι, κοινωνικά ενταγμένοι άνθρωποι, χωρίς ιστορικό ψυχικών νοσημάτων. Το κοινό στοιχείο δεν ήταν η φαντασιοπληξία, αλλά η ένταση του βιώματος, η συναισθηματική φόρτιση και συχνά η τραυματική του φύση.

Ο Mack δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι απέδειξε αντικειμενικά την ύπαρξη εξωγήινων όντων. Αυτό που τόλμησε να προτείνει ήταν κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό, ότι το φαινόμενο ίσως δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από το πλαίσιο της κλασικής υλικής πραγματικότητας. Υποστήριξε ότι πρόκειται για ένα οντολογικά αμφίσημο φαινόμενο, το οποίο ενδέχεται να εκδηλώνεται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο ανάμεσα στην ψυχική και την εξωτερική πραγματικότητα.

Στο βιβλίο του Abduction: Human Encounters with Aliens (1994), παρουσίασε με λεπτομέρεια τις περιπτώσεις που μελέτησε, δίνοντας έμφαση όχι στο αν το φαινόμενο είναι αληθινό με την παραδοσιακή έννοια, αλλά στο ότι είναι βιωματικά πραγματικό για όσους το ζουν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εμμονή στο ερώτημα «συνέβη ή όχι» λειτουργεί ως αμυντικός μηχανισμός που μας εμποδίζει να εξετάσουμε τι μας λέει το φαινόμενο για τη φύση της συνείδησης.

Η προσέγγισή του προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Το ίδιο το Harvard ξεκίνησε επίσημη έρευνα εναντίον του, εξετάζοντας αν παραβίαζε τα επιστημονικά και ηθικά πρότυπα της ψυχιατρικής. Παρότι τελικά αθωώθηκε πλήρως και διατηρήθηκε στη θέση του, η υπόθεση αυτή λειτούργησε ως σαφές μήνυμα προς την ακαδημαϊκή κοινότητα, υπάρχουν όρια στο τι επιτρέπεται να ερευνάς.

Ο Mack, ωστόσο, δεν υποχώρησε. Στο μεταγενέστερο έργο του Passport to the Cosmos (1999), προχώρησε ακόμη βαθύτερα, συνδέοντας τις εμπειρίες απαγωγής με αρχέτυπα, σαμανικές παραδόσεις, μυστικιστικά βιώματα και διαπολιτισμικές αναλογίες. Παρατήρησε ότι παρόμοιες εμπειρίες εμφανίζονται σε διαφορετικές εποχές και πολιτισμούς, με διαφορετική γλώσσα αλλά παρόμοια δομή, γεγονός που υποδηλώνει ότι ίσως πρόκειται για καθολικά μοτίβα ανθρώπινης εμπειρίας.

Σε αυτό το σημείο, η σκέψη του Mack αρχίζει να συναντά πεδία που η σύγχρονη Δύση είχε για αιώνες περιθωριοποιήσει, τις σαμανικές εμπειρίες, τα μυστικιστικά οράματα και τις τελετουργικές μεταβάσεις συνείδησης. Μελετώντας προσεκτικά τις αφηγήσεις των λεγόμενων απαχθέντων, παρατήρησε δομικές ομοιότητες που δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Η αιφνίδια αποκοπή από τη συνηθισμένη πραγματικότητα, η εμπειρία παράλυσης ή εξωσωματικής μετακίνησης, η επαφή με μη ανθρώπινες οντότητες που λειτουργούν ως δάσκαλοι, εξεταστές ή μεταφορείς γνώσης, καθώς και η επιστροφή με έντονο ψυχικό αποτύπωμα, θυμίζουν εντυπωσιακά τις κλασικές σαμανικές καταβάσεις και αναβάσεις που συναντάμε σε αυτόχθονες πολιτισμούς ανά τον κόσμο.

Ο Mack δεν αντιμετώπισε αυτές τις ομοιότητες ως απλές πολιτισμικές συμπτώσεις. Αντίθετα, πρότεινε ότι οι εμπειρίες απαγωγής ίσως αποτελούν μια σύγχρονη εκδήλωση αρχέγονων μηχανισμών της ανθρώπινης συνείδησης, οι οποίοι σε άλλες εποχές και κοινωνίες ερμηνεύονταν μέσα από το πρίσμα των πνευμάτων, των θεοτήτων ή των κόσμων του ενδιάμεσου. Στη μεταμοντέρνα Δύση, όπου ο μύθος έχει αντικατασταθεί από την τεχνολογία, οι ίδιες εμπειρίες ντύνονται με το λεξιλόγιο του διαστήματος, της βιοτεχνολογίας και της εξωγήινης νοημοσύνης.

Αυτή ακριβώς η προσέγγιση τον έφερε σε ανοιχτή σύγκρουση με το ακαδημαϊκό κατεστημένο. Η υπόθεση δεν ήταν μόνο επιστημονική ήταν βαθιά ιδεολογική. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι ο Mack πίστευε κάτι μη αποδεδειγμένο, αλλά ότι αμφισβητούσε το δικαίωμα της κυρίαρχης επιστημονικής αφήγησης να ορίζει εκ των προτέρων τι επιτρέπεται να είναι πραγματικό. Η έρευνα του Harvard εναντίον του, αν και κατέληξε στην πλήρη δικαίωσή του, ανέδειξε με ωμό τρόπο τον μηχανισμό αυτοπροστασίας της θεσμικής επιστήμης απέναντι σε φαινόμενα που απειλούν τα θεμέλιά της.

Για τον Mack, η σύγκρουση αυτή δεν ήταν προσωπική, αλλά πολιτισμική. Υποστήριζε ότι η Δύση πάσχει από μια γνωσιολογική τύφλωση, μια εμμονή στον υλικό ρεαλισμό που την καθιστά ανίκανη να διαχειριστεί εμπειρίες οριακές, μεταβατικές και υπαρξιακά αποσταθεροποιητικές. Οι αφηγήσεις απαγωγής, ανεξάρτητα από την τελική τους ερμηνεία, λειτουργούν ως ρήγματα μέσα στην κανονικότητα, υπενθυμίζοντας ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται σε ό,τι μπορεί να μετρηθεί, να αναπαραχθεί ή να εργαστηριοποιηθεί.

Στο στοχαστικό κλείσιμο του έργου του, ο Mack μοιάζει να μας καλεί όχι να αποδεχθούμε μια νέα κοσμολογία, αλλά να καλλιεργήσουμε μια νέα στάση. Μια στάση ταπεινότητας απέναντι στο άγνωστο και θάρρους απέναντι στο ανοίκειο. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν οι εμπειρίες αυτές προέρχονται από εξωγήινες οντότητες, από βάθη της ψυχής ή από επίπεδα πραγματικότητας που ακόμη δεν κατανοούμε. Το διακύβευμα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να παραδεχτούμε ότι ο χάρτης της πραγματικότητας μας ίσως δεν ταυτίζεται με το έδαφος.

Η συμβολή του στην εναλλακτική γνωσιολογία είναι κομβική. Ο Mack αμφισβήτησε ανοιχτά το μονοπώλιο του επιστημονικού υλισμού και πρότεινε ένα πολυεπίπεδο μοντέλο πραγματικότητας, όπου η συνείδηση δεν είναι απλώς προϊόν του εγκεφάλου, αλλά ενεργός παράγοντας στη διαμόρφωση της εμπειρίας. Χωρίς να απορρίπτει την επιστήμη, υποστήριξε ότι η επιστήμη οφείλει να διευρύνει τα εργαλεία της όταν έρχεται αντιμέτωπη με φαινόμενα που δεν χωρούν στα υπάρχοντα σχήματα.

Τελικά, η μεγαλύτερη προσφορά του John E. Mack δεν ήταν ότι πίστεψε στους εξωγήινους, αλλά ότι τόλμησε να θέσει αρκετά ερωτήματα.

Τι συμβαίνει όταν η ανθρώπινη εμπειρία ξεπερνά τα όρια της αποδεκτής πραγματικότητας; Τι χάνουμε όταν αρνούμαστε να την ακούσουμε; Και πόσα φαινόμενα απορρίπτουμε όχι επειδή είναι ψευδή, αλλά επειδή απειλούν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και τη θέση μας στο σύμπαν;

Ο θάνατός του το 2004, σε τροχαίο δυστύχημα στο Λονδίνο, έκοψε απότομα μια πορεία που είχε ήδη αρχίσει να γεφυρώνει επιστήμη, φιλοσοφία και πνευματικότητα. Ωστόσο, η επιρροή του συνεχίζεται. Σήμερα, σε μια εποχή όπου η συζήτηση γύρω από τα UAPs, τη συνείδηση και τις μη συμβατικές εμπειρίες επανέρχεται με νέα σοβαρότητα, το έργο του Mack μοιάζει λιγότερο αιρετικό και περισσότερο προφητικό.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…