Coyne Helicopter Incident: Η μυστηριώδης συνάντηση ενός στρατιωτικού ελικοπτέρου με ένα άγνωστο αντικείμενο πάνω από το Οχάιο το 1973. Λανθασμένη αναγνώριση ή μια εναέρια συνάντηση που παραμένει ανεξήγητη;

Coyne Helicopter Incident: Η μυστηριώδης συνάντηση ενός στρατιωτικού ελικοπτέρου με ένα άγνωστο αντικείμενο πάνω από το Οχάιο το 1973. Λανθασμένη αναγνώριση ή μια εναέρια συνάντηση που παραμένει ανεξήγητη;
Τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου 1973, ο λοχαγός Λόρενς Τζ. Κόιν (Lawrence J. Coyne) δεν θα μπορούσε να περιμένει ότι μια συνηθισμένη στρατιωτική πτήση θα κατέληγε σε μία από τις πιο ασυνήθιστες αεροπορικές αναφορές της δεκαετίας. Βρισκόταν στα χειριστήρια ενός στρατιωτικού ελικοπτέρου Μπελ UH-1H «Χιούι» (Bell UH-1H Huey), επιστρέφοντας μαζί με τρία ακόμη μέλη πληρώματος προς το Κλίβελαντ (Cleveland), όταν ένα κόκκινο φως που αρχικά δεν φαινόταν ιδιαίτερα ανησυχητικό άρχισε να συγκλίνει προς το μέρος τους.
Μέσα σε λίγα λεπτά, μια συνηθισμένη νυχτερινή πτήση μετατράπηκε σε ελιγμό αποφυγής μιας πιθανής εναέριας σύγκρουσης και κατόπιν σε ένα περιστατικό που περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα εξακολουθεί να δημιουργεί ένα εξαιρετικά απλό αλλά δύσκολο ερώτημα, τι ακριβώς συνάντησε εκείνο το πλήρωμα πάνω από το Οχάιο;
Η ιδιαιτερότητα του περιστατικού του ελικοπτέρου Κόιν (Coyne Helicopter Incident), γνωστού επίσης ως περιστατικού του Μάνσφιλντ (Mansfield Incident), δεν βρίσκεται μόνο στην περιγραφή ενός άγνωστου αντικειμένου. Βρίσκεται κυρίως σε όσα φέρεται να συνέβησαν όταν αυτό πλησίασε. Ο Κόιν προσπάθησε να οδηγήσει το ελικόπτερο προς τα κάτω για να αποφύγει τη σύγκρουση.
Το συλλογικό χειριστήριο (collective) βρισκόταν σε θέση καθόδου και το ελκόπτερο είχε ήδη χάσει σημαντικό ύψος. Κι όμως, λίγο αργότερα, τα όργανα έδειχναν ότι το ελικόπτερο δεν κατέβαινε πλέον. Ανέβαινε. Την ίδια στιγμή, το πλήρωμα περιέγραψε ένα μεγάλο αντικείμενο σε εξαιρετικά μικρή απόσταση και έναν έντονο πράσινο φωτισμό που εισχώρησε στην καμπίνα, πριν το άγνωστο φαινόμενο απομακρυνθεί με μεγάλη ταχύτητα.
Δεν υπάρχει φωτογραφία που να μας επιτρέπει σήμερα να κοιτάξουμε αυτό που είδαν οι τέσσερις άνδρες. Δεν υπάρχουν συντρίμμια ή κάποιο αντικείμενο που ανακτήθηκε, ούτε δεδομένα σύγχρονων αισθητήρων που θα μπορούσαμε να επανεξετάσουμε με τα σημερινά μέσα. Υπάρχει όμως κάτι λιγότερο θεαματικό και ίσως περισσότερο ενδιαφέρον, τέσσερα μέλη στρατιωτικού πληρώματος, μια επίσημη αναφορά, πρώιμες και μεταγενέστερες καταθέσεις, πρόσθετοι μάρτυρες στο έδαφος και μια ακολουθία γεγονότων στην οποία ορισμένες λεπτομέρειες μπορούν να τεκμηριωθούν πολύ καλύτερα από άλλες.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η πραγματική αξία της υπόθεσης. Όχι στην προσπάθεια να αποδείξουμε εκ των προτέρων ότι το πλήρωμα συνάντησε κάτι εξωγήινο, αλλά στην προσπάθεια να διαχωρίσουμε τι γνωρίζουμε, τι ανέφεραν οι μάρτυρες, τι προστέθηκε αργότερα και τι εξακολουθεί να μην εξηγείται ικανοποιητικά.
Το περιστατικό συνέβη άλλωστε σε μια ιδιαίτερη περίοδο για την αμερικανική ufo/uap γνωσιολογία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν μέσα σε μια φάση έντονης δραστηριότητας, τουλάχιστον σε επίπεδο αναφορών, και μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα, στις 11 Οκτωβρίου, ο Τσαρλς Χίκσον (Charles Hickson) και ο Κάλβιν Πάρκερ (Calvin Parker) είχαν αναφέρει το περίφημο περιστατικό της Πασκαγκούλα (Pascagoula) στο Μισισίπι. Στο Οχάιο και σε άλλες πολιτείες των Μεσοδυτικών ΗΠΑ καταγράφονταν επίσης αναφορές ασυνήθιστων φωτεινών φαινομένων.
Παράλληλα, το διεθνές περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο. Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ βρισκόταν σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση υποστήριζαν αντίπαλα στρατόπεδα και η πυρηνική σκιά του ψυχρού πολέμου παρέμενε βαριά. Ορισμένες μεταγενέστερες αφηγήσεις τοποθέτησαν το περιστατικό μέσα σε αυτό το ευρύτερο κλίμα, επισημαίνοντας ακόμη και την παρουσία της αεροπορικής βάσης Ράιτ-Πάτερσον (Wright-Patterson Air Force Base) στο Οχάιο. Η σύνδεση είναι ενδιαφέρουσα ως ιστορικό φόντο, όχι όμως ως ένδειξη ότι το περιστατικό σχετιζόταν με μυστικές στρατιωτικές δραστηριότητες.
Το ελικόπτερο είχε αριθμό 68-15444 και ανήκε στην εφεδρεία του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών. Κυβερνήτης ήταν ο 36χρονος Κόιν, με πολυετή πτητική εμπειρία. Μαζί του βρίσκονταν ο υπολοχαγός Αρίγκο Τζέζι (Arrigo Jezzi) ως συγκυβερνήτης, ο Ρόμπερτ Γιανάτσεκ (Robert Yanacsek) ως αρχιμηχανικός πληρώματος και ο Τζον Χίλι (John Healey) ως ιπτάμενος διασώστης-νοσοκόμος.
Οι τέσσερις άνδρες επέστρεφαν από το Κολόμπους προς το Κλίβελαντ έπειτα από μια συνηθισμένη πτήση υπηρεσιακής ετοιμότητας. Σύμφωνα με το επίσημο στρατιωτικό έγγραφο που συντάχθηκε αργότερα, στις 23:05 το ελικόπτερο βρισκόταν νοτιοανατολικά του αεροδρομίου του Μάνσφιλντ, σε ύψος περίπου 2.500 ποδιών και πορεία 030 μοιρών. Το έγγραφο έφερε τις υπογραφές και των τεσσάρων μελών του πληρώματος.
Η νύχτα ήταν αρκετά καθαρή και μέχρι εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν. Κάποια στιγμή ο Χίλι είχε παρατηρήσει ένα κόκκινο φως σε διαφορετική κατεύθυνση χωρίς αρχικά να του αποδώσει ιδιαίτερη σημασία. Λίγο αργότερα ο Γιανάτσεκ παρατήρησε ένα σταθερό κόκκινο φως στον ανατολικό ορίζοντα. Ένα τέτοιο θέαμα δεν ήταν από μόνο του ασυνήθιστο. Για ένα στρατιωτικό πλήρωμα, η πρώτη λογική σκέψη δεν θα ήταν κάποιο μυστηριώδες φαινόμενο, αλλά ένα άλλο αεροσκάφος, ένας φάρος ή ένα συμβατικό φως ναυτιλίας.
Το πρόβλημα ήταν ότι το φως δεν παρέμενε εκεί όπου θα περίμεναν να βρίσκεται. Σύμφωνα με την επίσημη αναφορά, περίπου τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα ο Γιανάτσεκ προειδοποίησε ότι το αντικείμενο φαινόταν πλέον να συγκλίνει προς το ελικόπτερο, στο ίδιο περίπου ύψος, με εκτιμώμενη ταχύτητα μεγαλύτερη των 600 κόμβων και με πορεία που δημιουργούσε άμεσο κίνδυνο σύγκρουσης.
Από εκείνη τη στιγμή η ιστορία παύει να αφορά απλώς την παρατήρηση ενός παράξενου φωτός στον ουρανό. Ο Κόιν δεν προσπαθούσε να εξετάσει ένα άγνωστο φαινόμενο ούτε να καταλάβει τι έβλεπε. Είχε μπροστά του ένα πολύ πιο άμεσο πρόβλημα, έπρεπε να αποφύγει αυτό που έμοιαζε με επικείμενη αεροπορική σύγκρουση.
Ο Κόιν πήρε αμέσως τα χειριστήρια και άρχισε κάθοδο από τα 2.500 πόδια. Παράλληλα επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον πύργο του Μάνσφιλντ για να μάθει εάν υπήρχε κάποιο αεροσκάφος υψηλών επιδόσεων στην περιοχή. Η επίσημη αναφορά αναφέρει ότι ο πύργος αναγνώρισε αρχικά την κλήση, αλλά δεν ελήφθη απάντηση στο ερώτημα σχετικά με πιθανή εναέρια κυκλοφορία.
Εδώ χρειάζεται ήδη η πρώτη διάκριση ανάμεσα στο έγγραφο και στον μύθο που δημιουργήθηκε αργότερα γύρω από την υπόθεση. Σε αρκετές μεταγενέστερες αφηγήσεις η επικοινωνία παρουσιάζεται σαν να «νεκρώθηκε» μυστηριωδώς εξαιτίας του αντικειμένου. Αυτό δεν αποδεικνύεται από το στρατιωτικό έγγραφο. Γνωρίζουμε ότι η επικοινωνία δεν ολοκληρώθηκε όπως αναμενόταν, δεν γνωρίζουμε την αιτία.
Το κόκκινο φως συνέχισε να πλησιάζει. Ο Κόιν αύξησε την κάθοδο, προσπαθώντας ουσιαστικά να περάσει κάτω από την πορεία του επερχόμενου αντικειμένου. Η αφήγηση του πληρώματος περιγράφει μια στιγμή κατά την οποία οι άνδρες πίστεψαν πραγματικά ότι επίκειται σύγκρουση. Το ελικόπτερο κατέβηκε περίπου στα 1.700 πόδια. Και τότε, αντί να συμβεί η αναμενόμενη πρόσκρουση, το αντικείμενο φάνηκε να σταματά ή να διατηρεί για λίγα δευτερόλεπτα σχεδόν σταθερή σχετική θέση πάνω και μπροστά από το ελικόπτερο.
Η μεταγενέστερη λεπτομερής έρευνα της Τζένι Ζάιντμαν (Jennie Zeidman), ερευνήτριας του κέντρου μελετών ufo (Center for UFO Studies – CUFOS), και πρώην τεχνική βοηθός του Τζ. Άλεν Χάινεκ (J. Allen Hynek) που υπήρξε επιστημονικός σύμβουλος του προγράμματος (Project Blue Book) που αργότερα ίδρυσε το Κέντρο Μελετών UFO (Center for UFO Studies – CUFOS), εκτίμησε ότι αυτή η σχέση «αιώρησης» μπορούσε να έχει διαρκέσει έως περίπου δέκα δευτερόλεπτα. Η ίδια υπολόγισε επίσης ότι το φαινόμενο, από την αρχική παρατήρηση έως την τελική απομάκρυνση, μπορεί να βρισκόταν σε συνεχή θέα για περίπου πέντε λεπτά.
Τώρα οι άνδρες δεν έβλεπαν πλέον μόνο ένα κόκκινο σημείο. Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες καταθέσεις τους, μπροστά τους βρισκόταν ένα μεγάλο, γκριζωπό ή μεταλλικό αντικείμενο χωρίς εμφανή συμβατικά φτερά ή ουραίο πτέρωμα. Ο Κόιν το περιέγραψε σαν αεροδυναμικό, παχύ πούρο, μήκους περίπου 60 ποδιών, με κεντρική προεξοχή ή θόλο. Στο ένα άκρο υπήρχε κόκκινο φως και αναφέρθηκαν επίσης λευκό και πράσινο φως.
Μια πρώιμη δημοσιογραφική καταγραφή, μόλις εβδομάδες μετά το περιστατικό, περιέχει ήδη αυτή τη βασική περιγραφή του γκρίζου, μεταλλικού αντικειμένου και του πράσινου φωτός. Αυτό έχει σημασία, επειδή δείχνει ότι τουλάχιστον ο κεντρικός πυρήνας αυτών των χαρακτηριστικών δεν αποτελεί προϊόν αφήγησης που δημιουργήθηκε δεκαετίες αργότερα.
Σύμφωνα με μεταγενέστερες καταγραφές και έρευνες της υπόθεσης, αυτή η στιγμή περιγράφηκε ιδιαίτερα παραστατικά, μέσα από το παρμπρίζ και τα διαφανή τμήματα της οροφής οι άνδρες ανέφεραν μια μεγάλη μορφή χωρίς εμφανείς πτέρυγες ή συμβατικό σύστημα πρόωσης, ενώ αμέσως μετά ένα έντονο πράσινο φως φέρεται να πέρασε πάνω από το εμπρός μέρος του ελικοπτέρου και μέσα στην καμπίνα.
Είναι δελεαστικό να περιγράψει κανείς αυτό το φως ως «ακτίνα σάρωσης», όπως κάνουν ορισμένες αφηγήσεις γύρω από την υπόθεση, αλλά δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τη λειτουργία του. Αυτό που έχουμε είναι η μαρτυρία ενός πράσινου φωτισμού. Οτιδήποτε πέρα από αυτό είναι ερμηνεία.
Και τότε συνέβη το στοιχείο που κάνει το περιστατικό πραγματικά ασυνήθιστο. Ο Κόιν είχε κατεβάσει το συλλογικό χειριστήριο και το ελικόπτερο είχε εισέλθει σε έντονη κάθοδο για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ωστόσο, όταν κοίταξε ξανά τα όργανα, διαπίστωσε ότι το ελικόπτερο δεν συνέχιζε να χάνει ύψος. Αντίθετα, ανέβαινε. Το επίσημο έγγραφο είναι εξαιρετικά λιτό αλλά σαφές στο συγκεκριμένο σημείο, το όργανο μέτρησης της ανόδου έδειξε ρυθμό περίπου 1.000 ποδιών ανά λεπτό και ύψος 3.500 ποδιών, ενώ το συλλογικό χειριστήριο βρισκόταν στην πλήρως χαμηλωμένη θέση.
Στις μεταγενέστερες αφηγήσεις το ανώτερο ύψος εμφανίζεται μερικές φορές ως 3.800 πόδια, αλλά για το άρθρο μας η σωστή πρακτική είναι να κρατήσουμε ως βασικό αριθμό τα 3.500 πόδια του επίσημου εγγράφου και να αναφέρουμε τη μεταγενέστερη διαφορά μόνο όπου χρειάζεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιο άγνωστο αντικείμενο «σήκωσε» αποδεδειγμένα το ελικόπτερο. Σημαίνει κάτι πολύ πιο περιορισμένο αλλά και πολύ πιο ενδιαφέρον, σύμφωνα με τους ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα και σύμφωνα με τη στρατιωτική αναφορά που υπέγραψαν, το ελικόπτερο βρέθηκε σε σημαντικά μεγαλύτερο ύψος ενώ ο κυβερνήτης είχε το συλλογικό χειριστήριο σε θέση που αντιστοιχούσε στην προσπάθειά του να κατέβει. Η αιτιώδης σχέση ανάμεσα στην παρουσία του αντικειμένου και στην άνοδο δεν αποδείχθηκε ποτέ. Η ίδια η Ζάιντμαν, παρά τη θετική αξιολόγησή της για την αξιοπιστία της υπόθεσης, το επισήμανε ρητά χρόνια αργότερα.
Λίγο αργότερα το αντικείμενο απομακρύνθηκε προς τα δυτικά και κατόπιν βορειοδυτικά. Το επίσημο έγγραφο αναφέρει ότι επιτάχυνε με υψηλό ρυθμό, πέρασε δυτικά του αεροδρομίου του Μάνσφιλντ και άλλαξε πορεία περίπου 45 μοίρες προς τα βορειοδυτικά. Το πλήρωμα σταθεροποίησε το ελικόπτερο, επέστρεψε στα περίπου 2.500 πόδια και συνέχισε προς το Κλίβελαντ. Η πτήση είχε μετατραπεί μέσα σε λίγα λεπτά από μια τυπική επιστροφή στη βάση σε μια εμπειρία που κανένας από τους τέσσερις δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Ένα από τα συχνότερα επιχειρήματα υπέρ της σημασίας του περιστατικού είναι ότι οι μάρτυρες δεν ήταν ένας ή δύο τυχαίοι παρατηρητές, αλλά ένα ολόκληρο πλήρωμα. Αυτό είναι πράγματι σημαντικό, αλλά χρειάζεται προσοχή. Η εκπαίδευση ενός πιλότου δεν τον καθιστά αλάνθαστο. Οι πιλότοι μπορούν να παρερμηνεύσουν αποστάσεις, ταχύτητες και φωτεινά αντικείμενα, ιδιαίτερα τη νύχτα, όταν απουσιάζουν σταθερά οπτικά σημεία αναφοράς.
Αυτό που αυξάνει το ενδιαφέρον της υπόθεσης δεν είναι ότι οι μάρτυρες ήταν «εκπαιδευμένοι άρα δεν μπορούσαν να κάνουν λάθος», αλλά ότι τέσσερις άνθρωποι βρίσκονταν σε διαφορετικές θέσεις μέσα στο ίδιο αεροσκάφος, παρατηρούσαν το ίδιο συμβάν και είχαν άμεσο επαγγελματικό λόγο να εκτιμήσουν σωστά έναν πιθανό κίνδυνο σύγκρουσης.
Υπάρχει επιπλέον ένα στοιχείο που δεν πρέπει να υποτιμήσουμε, το περιστατικό καταγράφηκε γρήγορα. Η επίσημη στρατιωτική αναφορά φέρει ημερομηνία 23 Νοεμβρίου 1973, αλλά η ειδοποίηση των αρμόδιων υπηρεσιών άρχισε σχεδόν αμέσως μετά το γεγονός, ενώ πρώιμες συνεντεύξεις και δημοσιεύματα εμφανίστηκαν μέσα στις επόμενες ημέρες και εβδομάδες. Η τοπική εφημερίδα Mansfield News Journal δημοσίευσε στις 4 Νοεμβρίου 1973 την περιγραφή του Κόιν για το μεταλλικό αντικείμενο, την κάθοδο, το πράσινο φως και την ανεξήγητη άνοδο Έτσι, ο βασικός κορμός της ιστορίας δεν μπορεί εύκολα να αποδοθεί σε δεκαετίες αναδιαμόρφωσης της μνήμης.
Η υπόθεση όμως απέκτησε αργότερα και μια δεύτερη ομάδα μαρτύρων. Μια γυναίκα και τα παιδιά της, που βρίσκονταν στον δρόμο κοντά στην περιοχή του Charles Mill Lake, φέρονται να παρατήρησαν παράξενα φώτα και το ελικόπτερο την ίδια περίπου στιγμή. Εδώ οι διαφορετικές μεταγενέστερες αφηγήσεις της υπόθεσης προσφέρουν ένα εξαιρετικό μάθημα για το πώς μπορεί σταδιακά να διευρυνθεί μια ιστορία γύρω απο ενα ufo/uap φαινόμενο.
Σε ορισμένες αναπαραστάσεις η οικογένεια παρουσιάζεται σαν να είχε παρακολουθήσει σχεδόν ολόκληρο το περιστατικό, το αντικείμενο, το πράσινο φως και ακόμη και την άνοδο του ελικοπτέρου. Μια προσεκτικότερη όμως εξέταση των διαθέσιμων στοιχείων δείχνει ότι η επίγεια μαρτυρία δεν είναι τόσο καλά τεκμηριωμένη στα πρώιμα αρχεία και ότι δεν πρέπει να θεωρείται πως η οικογένεια παρατήρησε όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες που ανέφερε το πλήρωμα.
Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική. Η οικογένεια δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως μια τέλεια ανεξάρτητη «κάμερα» που επιβεβαίωσε κάθε δευτερόλεπτο του συμβάντος. Επιπλέον, οι συγκεκριμένοι επίγειοι μάρτυρες εντοπίστηκαν μεταγενέστερα, στο πλαίσιο της έρευνας της Ζάιντμαν, και όχι ως μέρος της αρχικής στρατιωτικής αναφοράς. Η Ζάιντμαν τους πήρε συνεντεύξεις και θεώρησε ότι η μαρτυρία τους ενίσχυε ουσιαστικά την υπόθεση.
Το 1977 έγραψε ότι βρίσκονταν πιθανότατα σε απόσταση μικρότερη των περίπου 1.000 ποδιών από το σημείο της συνάντησης και ότι οι παρατηρήσεις τους υποστήριζαν εκείνες του πληρώματος. Αυτό αποτελεί πραγματική ενίσχυση, αλλά όχι την απόλυτη ανεξάρτητη επαλήθευση που συχνά παρουσιάζεται στη δημοφιλή ufo/uap γνωσιολογία.
Το ίδιο ισχύει και για την περίφημη πυξίδα. Μεταγενέστερες καταγραφές αναφέρουν ότι η μαγνητική πυξίδα συμπεριφέρθηκε ασυνήθιστα ή περιστρεφόταν για κάποιο διάστημα μετά τη συνάντηση. Σε ορισμένες μεταγενέστερες αφηγήσεις η ασυνήθιστη συμπεριφορά της φέρεται να διήρκεσε περίπου δέκα λεπτά. Αυτό όμως δεν βρίσκεται στο βασικό στρατιωτικό έγγραφο και, ακόμη σημαντικότερα, δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη εξωτερικής ηλεκτρομαγνητικής επίδρασης.
Απέναντι σε αυτή την ερμηνεία υπάρχει και ένα σημαντικό αντεπιχείρημα, δεν αναφέρθηκε γενικευμένη απώλεια λειτουργίας του κινητήρα, των στροφών του ρότορα, της γεννήτριας ή του ηλεκτρικού συστήματος, όπως θα μπορούσε ενδεχομένως να αναμένεται από μια ισχυρή ηλεκτρομαγνητική διαταραχή.
Υπάρχει μάλιστα μια ακόμη πιο εντυπωσιακή μεταγενέστερη εκδοχή της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία μετά το περιστατικό η πυξίδα καταστράφηκε οριστικά, αντικαταστάθηκε και διάφορα ηλεκτρονικά συστήματα του ελικοπτέρου συνέχισαν να παρουσιάζουν βλάβες. Δεν υπάρχουν όμως επαρκή στοιχεία ώστε να παρουσιάσουμε αυτόν τον ισχυρισμό ως τεκμηριωμένο γεγονός.
Άλλες αναφορές κάνουν λόγο για μεταγενέστερη επιθεώρηση χωρίς εντοπισμό μιας μηχανικής βλάβης που να εξηγεί το συμβάν. Η απουσία σαφούς τεχνικής τεκμηρίωσης είναι σημαντική, δεν έχουμε «φυσικό αποδεικτικό στοιχείο» ότι μια άγνωστη δύναμη επηρέασε το UH-1H. Έχουμε ένα καταγεγραμμένο ασυνήθιστο ύψος, μαρτυρίες για παράξενη συμπεριφορά και μια ανεξήγητη συσχέτιση στον χρόνο.
Αυτό δεν αποδυναμώνει το περιστατικό όσο ίσως φαίνεται. Αντιθέτως, το τοποθετεί εκεί όπου πραγματικά ανήκει, όχι στην περιοχή της αποδεδειγμένης εξωγήινης τεχνολογίας, αλλά στην πολύ πιο ενδιαφέρουσα γκρίζα περιοχή όπου αρκετά στοιχεία συγκλίνουν ώστε να απαιτούν εξήγηση, χωρίς όμως να μας επιτρέπουν να επιλέξουμε αυθαίρετα την εξήγηση που προτιμούμε.
Η γνωστότερη συμβατική ερμηνεία προήλθε από τον αεροπορικό δημοσιογράφο και εξέχοντα σκεπτικιστή της ufo/uap γνωσιολογίας Φίλιπ Τζ. Κλας. Ο Κλας πρότεινε ότι το φαινόμενο σχετιζόταν με μια λαμπρή βολίδα της βροχής διαττόντων Ωριωνιδών, η οποία ήταν ενεργή εκείνη την περίοδο. Μέσα στο σκοτάδι, ένα εντυπωσιακό μετέωρο θα μπορούσε πράγματι να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα εκτίμησης απόστασης, μεγέθους και πορείας.
Η αεροπορία γνωρίζει καλά πόσο εύκολα ένα φωτεινό σημείο χωρίς σαφή σημεία αναφοράς μπορεί να φαίνεται ότι πλησιάζει, ακολουθεί ή βρίσκεται σε διαφορετική απόσταση από την πραγματική. Αν σε αυτό προστεθούν αιφνιδιασμός, φόβος επικείμενης σύγκρουσης και μια επιθετική κάθοδος, δεν είναι παράλογο να εξετάσουμε και ανθρώπινα αντιληπτικά ή χειριστικά σφάλματα.
Το πρόβλημα είναι ότι το μετέωρο εξηγεί σχετικά εύκολα μόνο το πρώτο μέρος της ιστορίας, ένα φωτεινό αντικείμενο που εμφανίζεται ξαφνικά και κινείται γρήγορα στον ουρανό. Δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να εξηγήσει την περιγραφή ενός σαφώς οριοθετημένου, αδιαφανούς αντικειμένου που φέρεται να παρέμεινε σε σχεδόν σταθερή θέση σε σχέση με το ελικόπτερο για αρκετά δευτερόλεπτα.
Η έρευνα της Ζάιντμαν κατέληξε ότι το φαινόμενο βρισκόταν σε θέα για πολύ περισσότερο χρόνο από όσο θα επέτρεπε μια τυπική βολίδα και ότι τα φώτα περιγράφονταν ως προερχόμενα από συγκεκριμένα σημεία ενός κατά τα άλλα σκοτεινού σώματος, όχι σαν μια φωτεινή μάζα με ουρά. Η ίδια σημείωσε επίσης ότι ο Κλας δεν είχε συναντήσει προσωπικά τον Κόιν, είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά μόνο μαζί του και με τον Χίλι και δεν γνώριζε αρχικά τους μεταγενέστερα εντοπισμένους επίγειους μάρτυρες. Αυτό δεν καθιστά αυτομάτως λανθασμένη την υπόθεσή του, αλλά περιορίζει το βάθος της αρχικής του έρευνας.
Μια δεύτερη δυνατότητα είναι η λανθασμένη αναγνώριση συμβατικού αεροσκάφους. Η πρώτη αντίδραση του πληρώματος ήταν άλλωστε ακριβώς αυτή. Ο Κόιν προσπάθησε να μάθει αν πετούσε κάποιο αεροσκάφος υψηλών επιδόσεων στην περιοχή και πρώιμες αναφορές αναφέρουν ότι δεν εντοπίστηκε αντίστοιχη πτήση που θα εξηγούσε το συμβάν. Και πάλι όμως πρέπει να είμαστε ακριβείς, το ότι δεν ταυτοποιήθηκε τότε ένα συγκεκριμένο συμβατικό αεροσκάφος δεν σημαίνει ότι αποκλείστηκε κάθε πιθανό ανθρώπινο ιπτάμενο μέσο. Απλώς καμία τέτοια εξήγηση δεν έγινε καθολικά αποδεκτή.
Και απομένει το δυσκολότερο στοιχείο, η άνοδος. Μπορούμε να προτείνουμε λανθασμένη ανάγνωση του υψομέτρου, προσωρινό αποπροσανατολισμό, αεροδυναμικό φαινόμενο ή κάποια σύνθετη ακολουθία χειρισμών που αργότερα ανακατασκευάστηκε ατελώς. Όμως το επίσημο έγγραφο εξακολουθεί να μας αφήνει με την ίδια περίεργη πρόταση, ένδειξη ανόδου 1.000 ποδιών ανά λεπτό, ύψος 3.500 ποδιών και συλλογικό χειριστήριο πλήρως κάτω.
Δεν διαθέτουμε καταγραφέα δεδομένων πτήσης που να μας επιτρέπει, πενήντα τρία χρόνια αργότερα, να αναπαραστήσουμε αντικειμενικά τις κινήσεις του ελικοπτέρου δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο. Η πανεξήγητη άνοδος επομένως δεν είναι εργαστηριακά αποδεδειγμένη ανωμαλία της φυσικής. Είναι ένα ασυνήθιστο συμβάν καταγεγραμμένο από το πλήρωμα και ενσωματωμένο στην επίσημη αναφορά χωρίς να έχει βρεθεί ικανοποιητική αιτία.
Αυτό ακριβώς κατάλαβε και ο Τζ. Άλεν Χάινεκ. Η υπόθεση μελετήθηκε εκτενώς από την ερευνήτρια του Τζένι Ζάιντμαν κατόπιν αιτήματός του. Η μονογραφία της, “A Helicopter-UFO Encounter Over Ohio”, εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1979 και εκτείνεται σε 122 σελίδες, γεγονός που από μόνο του δείχνει πόσο περισσότερο διερευνήθηκε το περιστατικό από όσο υποδηλώνει η συνήθης σύντομη διαδικτυακή αφήγηση.
Το περιστατικό έφτασε ακόμη και στα Ηνωμένα Έθνη. Το 1978 ο Κόιν συμμετείχε στις προσπάθειες που έγιναν τότε για διεθνέστερη αντιμετώπιση των αναφορών ufo/uap, υποστηρίζοντας ότι οι πιλότοι και τα πληρώματα θα έπρεπε να μπορούν να αναφέρουν τέτοια περιστατικά χωρίς φόβο γελοιοποίησης ή επαγγελματικού απαοκλεισμού. Από τις μεταγενέστερες τοποθετήσεις του Κόιν προκύπτει μια ενδιαφέρουσα διάσταση της ιστορίας, για τον ίδιο το σημαντικό δεν ήταν να αποδείξει ότι είχε συναντήσει εξωγήινους, αλλά να υποστηρίξει ότι είχε αντιμετωπίσει ένα πραγματικό, άγνωστο αντικείμενο που άξιζε σοβαρή διερεύνηση.
Εδώ ίσως βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση του 1973 με τη σημερινή εποχή των ufo/uap. Πενήντα χρόνια πριν από τη σύγχρονη συζήτηση περί τυποποιημένων αναφορών από στρατιωτικούς χειριστές, αισθητήρων και αεροπορικής ασφάλειας, ένας πιλότος ζητούσε ουσιαστικά το ίδιο πράγμα, να μπορεί ένας εκπαιδευμένος επαγγελματίας να πει «συνάντησα κάτι που δεν μπόρεσα να αναγνωρίσω» χωρίς αυτή η δήλωση να μετατρέπεται αυτομάτως είτε σε απόδειξη εξωγήινων είτε σε λόγο γελοιοποίησής του.
Το περιστατικό Κόιν επιβιώνει επειδή δεν προσφέρει την ικανοποίηση μιας καθαρής κατάληξης. Αν αποδεχθούμε την απλούστερη σκεπτικιστική εκδοχή, ένα λαμπρό μετέωρο ή άλλο συμβατικό φαινόμενο προκάλεσε μια αλυσίδα λανθασμένων εκτιμήσεων μέσα σε μια αγχωτική νυχτερινή πτήση. Αυτή είναι μια πιθανότητα που πρέπει να παραμείνει στο τραπέζι. Αν όμως πάρουμε τις μαρτυρίες του πληρώματος κυριολεκτικά, τότε πρέπει να εξηγήσουμε γιατί τέσσερις στρατιωτικοί περιέγραψαν ένα μεγάλο, σαφώς οριοθετημένο αντικείμενο, γιατί εμφανίζεται πράσινος φωτισμός στις πρώιμες αφηγήσεις, γιατί το φαινόμενο φάνηκε να μεταβάλλει την κίνησή του και, πάνω απ’ όλα, γιατί το ελικόπτερο βρέθηκε στα 3.500 πόδια όταν ο κυβερνήτης του είχε επιχειρήσει να το οδηγήσει προς τα κάτω.
Δεν γνωρίζουμε ότι κάποια άγνωστη δύναμη ανύψωσε το ελικόπτερο. Δεν γνωρίζουμε ότι το πράσινο φως ήταν τεχνολογική «ακτίνα». Δεν γνωρίζουμε ότι οι αναφερόμενες ανωμαλίες της πυξίδας οφείλονταν σε ηλεκτρομαγνητική επίδραση. Και ασφαλώς δεν γνωρίζουμε ότι το αντικείμενο είχε εξωγήινη προέλευση. Η υπόθεση δεν διαθέτει κανένα στοιχείο που να μπορεί να αποδείξει κάτι τέτοιο.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι περισσότερο περιορισμένο, στις 18 Οκτωβρίου 1973 τέσσερα μέλη της εφεδρείας του αμερικανικού στρατού ανέφεραν μια επικίνδυνη εναέρια συνάντηση, ο κυβερνήτης πραγματοποίησε ελιγμό αποφυγής, το συμβάν καταγράφηκε επισήμως ως παραλίγο σύγκρουση με «μη αναγνωρισμένο ιπτάμενο αντικείμενο» και ένα μέρος της περιγραφής του παραμένει χωρίς κοινά αποδεκτή εξήγηση.
Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που το περιστατικό παραμένει σημαντικό για την ufo/uap γνωσιολογία. Δεν μας υποχρεώνει να επιλέξουμε ανάμεσα στην πίστη και στην άρνηση. Μας υποχρεώνει να κάνουμε κάτι δυσκολότερο, να διατηρήσουμε ταυτόχρονα δύο σκέψεις. Ότι η ανθρώπινη αντίληψη είναι ατελής, ακόμη και όταν ο παρατηρητής είναι εκπαιδευμένος, και ότι ορισμένες μαρτυρίες περιέχουν αρκετά συνεπή και ασυνήθιστα στοιχεία ώστε να μην εξαφανίζονται απλώς επειδή δεν γνωρίζουμε πώς να τα ερμηνεύσουμε.
Εκείνο το βράδυ ο Λόρενς Κόιν έκανε το πιο λογικό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ένας πιλότος όταν ένα άγνωστο φως φαινόταν να κατευθύνεται πάνω του, προσπάθησε να κατέβει και να το αποφύγει.
Το ελικόπτερό του όμως, σύμφωνα με την επίσημη αναφορά, βρέθηκε ψηλότερα.
Και ίσως, περισσότερο από το μεταλλικό αντικείμενο, το πράσινο φως και όλες τις θεωρίες που ακολούθησαν, αυτή η απλή αντίφαση είναι εκείνη που διατηρεί το περιστατικό ζωντανό περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα. Αν το πλήρωμα περιέγραψε σωστά αυτό που συνέβη, τι ήταν εκείνο που συνάντησε το ελικόπτερό πάνω από το Οχάι, και γιατί τη στιγμή που ο κυβερνήτης του προσπαθούσε να κατέβει, εκείνο άρχισε να ανεβαίνει;