Ρούπερτ Σέλντρεϊκ (Rupert Sheldrake): Η μορφική συνήχηση και η μυστηριώδης μνήμη της φύσης. Υπάρχει μια αόρατη μνήμη που συνδέει όλα τα έμβια όντα;

Ρούπερτ Σέλντρεϊκ (Rupert Sheldrake): Η μορφική συνήχηση και η μυστηριώδης μνήμη της φύσης. Υπάρχει μια αόρατη μνήμη που συνδέει όλα τα έμβια όντα;
Τι θα συνέβαινε αν η φύση δεν ήταν απλώς ένα απέραντο σύστημα ύλης και ενέργειας που υπακούει σε αμετάβλητους νόμους, αλλά διέθετε και κάτι που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως μνήμη; Αν κάθε οργανισμός, κάθε βιολογική μορφή και κάθε επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά δεν αποτελούσε μόνο αποτέλεσμα γενετικών πληροφοριών, φυσικοχημικών αλληλεπιδράσεων και περιβαλλοντικών επιδράσεων, αλλά επηρεαζόταν και από την ιστορία παρόμοιων συστημάτων που προηγήθηκαν;
Η ιδέα μοιάζει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στη βιολογία, τη φιλοσοφία και τη μεταφυσική. Ωστόσο, ένας Βρετανός επιστήμονας με ακαδημαϊκή εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ (University of Cambridge) αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην προσπάθεια να τη διατυπώσει ως ελέγξιμη επιστημονική υπόθεση. Το όνομά του είναι Ρούπερτ Σέλντρεϊκ (Rupert Sheldrake), και η θεωρία που τον έκανε γνωστό πέρα από τα όρια της συμβατικής βιολογίας ονομάζεται “μορφική συνήχηση” (Morphic Resonance).
Η υπόθεση του Σέλντρεϊκ δεν υποστηρίζει απλώς ότι οι οργανισμοί διατηρούν πληροφορίες από το παρελθόν τους, κάτι που ήδη γνωρίζουμε μέσα από τη γενετική, την επιγενετική, τη μάθηση και την εξέλιξη. Προχωρά πολύ περισσότερο, προτείνοντας ότι παρόμοια συστήματα ενδέχεται να επηρεάζονται από προηγούμενα συστήματα του ίδιου είδους μέσω μιας άγνωστης μορφής σύνδεσης, χωρίς να απαιτείται κάποιος από τους αναγνωρισμένους μηχανισμούς μεταφοράς πληροφοριών.
Αν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, υποστηρίζει, μπορεί να γίνεται ευκολότερη η εμφάνισή της και αλλού. Αν μια μορφή δημιουργείται επανειλημμένα, ενδέχεται να αυξάνεται η πιθανότητα επανεμφάνισής της. Η φύση, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν ακολουθεί απλώς κανόνες, αλλά αποκτά συνήθειες. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή πρόταση, η οποία όμως παραμένει επιστημονικά μη επιβεβαιωμένη και αντιμετωπίζει σοβαρές θεωρητικές και πειραματικές αντιρρήσεις.
Η ιστορία του Σέλντρεϊκ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν περιορίζεται στη διατύπωση μιας αμφιλεγόμενης θεωρίας. Περιλαμβάνει εργαστηριακή έρευνα, μελέτες φυτικής φυσιολογίας, φιλοσοφικές αναζητήσεις, πειράματα με ανθρώπους και ζώα, δημόσιες αντιπαραθέσεις με επιστήμονες και μια συνεχή προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των ερωτημάτων που επιτρέπεται, ή αξίζει, να θέτει η επιστήμη.
Για ορισμένους αποτελεί παράδειγμα δημιουργικής αμφισβήτησης καθιερωμένων αντιλήψεων. Για άλλους, χαρακτηριστική περίπτωση μιας ελκυστικής υπόθεσης που δεν κατάφερε να αποκτήσει επαρκή εμπειρική τεκμηρίωση. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο προσεγγίσεις βρίσκεται μια ιστορία που μας καλεί να εξετάσουμε όχι μόνο τι ισχυρίζεται ένας ερευνητής, αλλά και πώς διακρίνουμε την επιστημονική ανακάλυψη από τη φιλοσοφική εικασία.
Ο Ρούπερτ Σέλντρεϊκ γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου 1942 στο Νιούαρκ-ον-Τρεντ (Newark-on-Trent) της Αγγλίας. Από νεαρή ηλικία ανέπτυξε ενδιαφέρον για τον φυσικό κόσμο και ιδιαίτερα για τους ζωντανούς οργανισμούς, ένα ενδιαφέρον που τον οδήγησε στις φυσικές επιστήμες. Σπούδασε στο Κέιμπριτζ, όπου ασχολήθηκε με τη βιολογία και τη βιοχημεία, ενώ πέρασε επίσης μια περίοδο σπουδών στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (Harvard University).
Το 1967 απέκτησε διδακτορικό στη βιοχημεία από το Κέιμπριτζ, έχοντας ήδη διαμορφώσει ένα επιστημονικό υπόβαθρο που συνδύαζε τη μελέτη των βιολογικών μηχανισμών με ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με την οργάνωση των ζωντανών συστημάτων. Η μεταγενέστερη πορεία του παρουσιάζει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή ξεκίνησε μέσα από την καθιερωμένη ακαδημαϊκή έρευνα, προτού στραφεί σε υποθέσεις που θα προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης ερευνητικής του περιόδου ασχολήθηκε με τη φυσιολογία των φυτών και ειδικότερα με τη μεταφορά της αυξίνης (Auxin), μιας ομάδας φυτικών ορμονών που συμμετέχουν στη ρύθμιση της ανάπτυξης. Η μελέτη της αυξίνης συνδέεται με θεμελιώδη ερωτήματα για το πώς τα φυτά αναπτύσσουν τις μορφές τους, πώς αποκρίνονται στο φως και στη βαρύτητα και πώς συντονίζονται οι διαφορετικοί ιστοί τους.
Η επιστημονική του εργασία σε αυτό το πεδίο εντάσσεται στη συμβατική πειραματική βιολογία και δεν πρέπει να συγχέεται με τη μεταγενέστερη υπόθεση της μορφικής συνήχησης. Ωστόσο, προσφέρει ένα χρήσιμο βιογραφικό πλαίσιο, ο Σέλντρεϊκ είχε ασχοληθεί επί χρόνια με το ζήτημα της βιολογικής οργάνωσης πριν επιχειρήσει να προτείνει μια διαφορετική θεωρητική ερμηνεία της.
Η ανάπτυξη ενός οργανισμού αποτελεί πράγματι ένα από τα πιο εντυπωσιακά φαινόμενα της βιολογίας. Από ένα γονιμοποιημένο κύτταρο μπορεί να προκύψει ένας σύνθετος πολυκύτταρος οργανισμός, με εξειδικευμένους ιστούς, όργανα και λειτουργίες. Η σύγχρονη αναπτυξιακή βιολογία εξηγεί πολλές πτυχές αυτής της διαδικασίας μέσα από γονιδιακά ρυθμιστικά δίκτυα, κυτταρική σηματοδότηση, χημικές βαθμίδες, μηχανικές δυνάμεις και αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα κύτταρα και στο περιβάλλον τους.
Ο Σέλντρεϊκ, ωστόσο, αμφισβήτησε κατά πόσο τέτοιοι μηχανισμοί επαρκούν για μια πλήρη εξήγηση της μορφής και της οργάνωσης. Από αυτή την αμφισβήτηση οδηγήθηκε στην αναζήτηση ενός επιπλέον οργανωτικού παράγοντα, τον οποίο αργότερα θα περιέγραφε με όρους υποθετικών μορφικών πεδίων. Το γεγονός ότι ορισμένες πλευρές της μορφογένεσης εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας δεν αποδεικνύει, βέβαια, την ύπαρξη τέτοιων πεδίων.
Σημαντικό κεφάλαιο της ζωής του αποτέλεσε η παραμονή του στην Ινδία, όπου εργάστηκε ως φυσιολόγος φυτών στο Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας Καλλιεργειών για τις Ημίξηρες Τροπικές Περιοχές (International Crops Research Institute for the Semi-Arid Tropics – ICRISAT). Εκεί ασχολήθηκε με πρακτικά ζητήματα της γεωργικής έρευνας, σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από τα πανεπιστημιακά εργαστήρια της Βρετανίας.
Παράλληλα, ήρθε σε στενότερη επαφή με ινδικές πνευματικές παραδόσεις και με τον Βρετανό μοναχό Μπιντ Γκρίφιθς (Bede Griffiths), ο οποίος είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερη προσέγγιση στον διάλογο ανάμεσα στον χριστιανισμό και στην ινδική φιλοσοφία. Η συνάντηση επιστημονικών και πνευματικών αναζητήσεων αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της προσωπικής του διαδρομής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι μεταγενέστερες επιστημονικές του υποθέσεις μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά από θρησκευτικές ή φιλοσοφικές επιρροές.
Το 1981 κυκλοφόρησε το βιβλίο “Μια νέα επιστήμη της ζωής” (A New Science of Life), με το οποίο παρουσίασε συστηματικά την υπόθεση της “μορφοποιητικής αιτιότητας” (Formative Causation). Η έκδοση αυτή σηματοδότησε μια αποφασιστική αλλαγή στη δημόσια εικόνα του. Από ερευνητής της φυτικής φυσιολογίας μετατράπηκε σε μια από τις πιο συζητημένες προσωπικότητες της εναλλακτικής επιστημονικής σκέψης.
Η αντίδραση υπήρξε άμεση και συχνά έντονη, καθώς οι προτάσεις του αμφισβητούσαν καθιερωμένες αντιλήψεις για τη βιολογική κληρονομικότητα, τη φυσική αιτιότητα και τη σταθερότητα των φυσικών νόμων. Το βιβλίο δεν εισήγαγε μια επιβεβαιωμένη ανακάλυψη, αλλά ένα ευρύ θεωρητικό πρόγραμμα που απαιτούσε πειραματικό έλεγχο. Αυτή ακριβώς η διάκριση θα βρισκόταν στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων που ακολούθησαν.
Για να κατανοήσουμε τη θεωρία του Σέλντρεϊκ, χρειάζεται πρώτα να διαχωρίσουμε δύο έννοιες που συχνά συγχέονται, τα μορφικά πεδία (Morphic Fields) και τη μορφική συνήχηση (Morphic Resonance). Σύμφωνα με τη δική του υπόθεση, τα μορφικά πεδία αποτελούν οργανωτικές επιρροές που σχετίζονται με τη μορφή και τη συμπεριφορά αυτοοργανωνόμενων συστημάτων.
Η μορφική συνήχηση είναι ο υποτιθέμενος τρόπος με τον οποίο προηγούμενα, παρόμοια συστήματα επηρεάζουν τα μεταγενέστερα. Με άλλα λόγια, τα μορφικά πεδία υποτίθεται ότι οργανώνουν, ενώ η μορφική συνήχηση υποτίθεται ότι συνδέει την οργάνωση αυτή με το παρελθόν. Ο Σέλντρεϊκ δεν περιορίζει την πρότασή του στους ζωντανούς οργανισμούς, αλλά τη συσχετίζει με ευρύτερες κατηγορίες φυσικών και συμπεριφορικών συστημάτων. Παρά την ορολογία που χρησιμοποιεί, δεν πρόκειται για πεδία τα οποία έχουν ανιχνευθεί ή μετρηθεί όπως τα ηλεκτρομαγνητικά ή βαρυτικά πεδία.
Η βασική αρχή της μορφικής συνήχησης είναι ότι η ομοιότητα ανάμεσα σε συστήματα επιτρέπει, κατά την υπόθεση, την επίδραση προηγούμενων συστημάτων πάνω σε μεταγενέστερα. Όσο περισσότερες φορές εμφανίζεται μια συγκεκριμένη μορφή ή συμπεριφορά, τόσο ισχυρότερη υποτίθεται ότι γίνεται η τάση επανεμφάνισής της. Ο Σέλντρεϊκ χρησιμοποιεί συχνά την έννοια της συνήθειας για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία.
Όπως ένας άνθρωπος μπορεί να αποκτά ευκολότερα μια δεξιότητα μέσω επανάληψης, έτσι και η φύση, σύμφωνα με τη θεωρία του, ενδέχεται να αποκτά συλλογικές συνήθειες μέσω της επαναλαμβανόμενης εμφάνισης παρόμοιων οργανωτικών προτύπων. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι στην ανθρώπινη μάθηση γνωρίζουμε μηχανισμούς που περιλαμβάνουν αλλαγές στη λειτουργία του νευρικού συστήματος, ενώ στη μορφική συνήχηση προτείνεται μια επιρροή που δεν έχει ταυτοποιηθεί με κάποιον αναγνωρισμένο φυσικό μηχανισμό.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τη μάθηση των ζώων. Ας υποθέσουμε ότι μια ομάδα ποντικών εκπαιδεύεται να επιλύει έναν συγκεκριμένο λαβύρινθο. Σύμφωνα με τη συμβατική επιστημονική εξήγηση, η βελτίωση της απόδοσής τους μπορεί να αποδοθεί στη μάθηση, στην εμπειρία, στην εξοικείωση και σε άλλους γνωστούς παράγοντες.
Η μορφική συνήχηση προτείνει κάτι διαφορετικό, ότι η επαναλαμβανόμενη εκμάθηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς από μια ομάδα θα μπορούσε να διευκολύνει την εκμάθησή της από άλλα, παρόμοια ζώα, ακόμη και αν βρίσκονται σε διαφορετικό εργαστήριο και δεν υπάρχει γνωστός τρόπος μεταφοράς της πληροφορίας. Αν αυτό συνέβαινε υπό αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες, θα αποτελούσε ένα ασυνήθιστο εύρημα που θα απαιτούσε περαιτέρω διερεύνηση. Όμως τέτοιες προβλέψεις δεν έχουν επιβεβαιωθεί με την ανεξάρτητη και επαναλαμβανόμενη αξιοπιστία που απαιτείται για την καθιέρωση ενός νέου βιολογικού μηχανισμού.
Μια ακόμη σημαντική πλευρά της θεωρίας αφορά τη “μορφογένεση” (Morphogenesis), δηλαδή τη διαδικασία με την οποία διαμορφώνονται οι βιολογικές δομές. Ο Σέλντρεϊκ υποστηρίζει ότι η μορφή ενός οργανισμού δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις τοπικές φυσικοχημικές αλληλεπιδράσεις, αλλά επηρεάζεται και από προηγούμενες μορφές παρόμοιων οργανισμών.
Εδώ είναι απαραίτητη μια επιστημονική διευκρίνιση. Ο όρος μορφογενετικό πεδίο χρησιμοποιείται και στην καθιερωμένη αναπτυξιακή βιολογία, με διαφορετική σημασία, για την περιγραφή περιοχών κυττάρων που συμμετέχουν συντονισμένα στην ανάπτυξη συγκεκριμένων δομών. Η χρήση της ίδιας ή παρόμοιας ορολογίας από τον Σέλντρεϊκ δεν σημαίνει ότι οι δικές του υποθέσεις έχουν ενσωματωθεί στην αναπτυξιακή βιολογία. Η διάκριση είναι ουσιαστική, επειδή διαφορετικά δημιουργείται η παραπλανητική εντύπωση ότι μια αμφιλεγόμενη θεωρία αποτελεί ήδη μέρος της επιστημονικής συναίνεσης.
Ο Σέλντρεϊκ επεκτείνει τη συλλογιστική του και στη μνήμη. Στη σύγχρονη νευροεπιστήμη, η μνήμη συνδέεται με αλλαγές στη συναπτική ισχύ, με την αναδιοργάνωση νευρωνικών κυκλωμάτων και με πολύπλοκες κυτταρικές και μοριακές διεργασίες. Παρότι παραμένουν σημαντικά ερωτήματα για τη λεπτομερή λειτουργία και ανασυγκρότηση των αναμνήσεων, υπάρχει ισχυρό ερευνητικό υπόβαθρο που συνδέει τη μνήμη με τον εγκέφαλο.
Επιπρόσθετα ο Σέλντρεϊκ προτείνει ότι ο εγκέφαλος μπορεί να λειτουργεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, περισσότερο ως σύστημα πρόσβασης σε προηγούμενα πρότυπα παρά ως αποκλειστικός τόπος αποθήκευσής τους. Η πρόταση αυτή δεν αποτελεί αποδεδειγμένη εναλλακτική της νευροεπιστήμης. Είναι μια υποθετική ερμηνεία που χρειάζεται συγκεκριμένες, διακριτές και επαληθεύσιμες προβλέψεις για να αξιολογηθεί επιστημονικά.
Η θεωρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερες φιλοσοφικές προεκτάσεις όταν ο Σέλντρεϊκ στρέφεται στους φυσικούς νόμους. Στη συνηθισμένη επιστημονική πρακτική, οι νόμοι αντιμετωπίζονται ως γενικές περιγραφές σταθερών κανονικοτήτων της φύσης, οι οποίες ελέγχονται μέσω παρατηρήσεων και πειραμάτων. Ο Σέλντρεϊκ αναρωτιέται αν ορισμένες από αυτές τις κανονικότητες θα μπορούσαν να είναι ιστορικά διαμορφωμένες συνήθειες.
Η ιδέα αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με την καθιερωμένη διαπίστωση ότι το Σύμπαν εξελίσσεται ή ότι ορισμένα φυσικά συστήματα αλλάζουν με τον χρόνο. Το ότι ένας οργανισμός εξελίσσεται ή ένα οικοσύστημα μεταβάλλεται δεν σημαίνει ότι μεταβάλλονται και οι θεμελιώδεις φυσικοί νόμοι. Ο ισχυρισμός του Σέλντρεϊκ είναι πολύ πιο ριζοσπαστικός και απαιτεί ανάλογα ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία.
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η μορφική συνήχηση είναι ο προσδιορισμός της ίδιας της ομοιότητας. Πότε δύο συστήματα είναι αρκετά παρόμοια ώστε να επηρεάζονται μεταξύ τους; Πώς μετράται η ένταση μιας τέτοιας επίδρασης; Με ποιον τρόπο διακρίνεται από τη γενετική συγγένεια, την κοινή περιβαλλοντική έκθεση, την κοινωνική μετάδοση ή την απλή στατιστική σύμπτωση;
Και κυρίως, ποιο πειραματικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να δείξει με σαφήνεια ότι η υπόθεση είναι λανθασμένη; Τα ερωτήματα αυτά δεν αποτελούν απλώς φιλοσοφικές ενστάσεις. Αγγίζουν τον πυρήνα της επιστημονικής μεθοδολογίας, επειδή μια θεωρία αποκτά πραγματική ερευνητική αξία όταν επιτρέπει προβλέψεις που μπορούν να διακριθούν από εκείνες ανταγωνιστικών εξηγήσεων.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, η μορφική συνήχηση διατηρεί μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της εναλλακτικής επιστημονικής σκέψης. Συνδέει την ιδέα της μνήμης με την επανάληψη, τη μορφή και την ιστορικότητα των φυσικών συστημάτων, προσφέροντας μια αφήγηση στην οποία το παρελθόν δεν εξαφανίζεται αλλά εξακολουθεί να επηρεάζει το παρόν.
Η εικόνα αυτή είναι φιλοσοφικά γοητευτική, ιδιαίτερα σε έναν κόσμο όπου η εξέλιξη και η ιστορία αποτελούν θεμελιώδεις έννοιες. Ωστόσο, η γοητεία μιας ιδέας δεν ισοδυναμεί με την αλήθεια της. Η ουσιαστική πρόκληση είναι να ανακαλύψουμε αν η υποτιθέμενη επίδραση μπορεί να απομονωθεί πειραματικά από τους ήδη γνωστούς μηχανισμούς της φύσης.
Η μορφική συνήχηση θα μπορούσε να είχε παραμείνει μια θεωρητική πρόταση περιορισμένη σε βιβλία και φιλοσοφικές συζητήσεις. Ο Σέλντρεϊκ, όμως, επιδίωξε να εξετάσει πειραματικά τόσο ορισμένες άμεσες προβλέψεις της όσο και μια ευρύτερη ομάδα φαινομένων που θεωρούσε ενδεχομένως συνδεδεμένα με άγνωστες μορφές νοητικής ή βιολογικής επικοινωνίας.
Από τη συμπεριφορά των κατοικίδιων ζώων μέχρι την αίσθηση ότι κάποιος μας παρακολουθεί και από τις τηλεφωνικές συμπτώσεις μέχρι τις επιδόσεις σε πειράματα μάθησης, οι έρευνές του επιχείρησαν να μεταφέρουν ασυνήθιστες καθημερινές εμπειρίες σε ελεγχόμενες συνθήκες. Ωστόσο, πρέπει να γίνει εξαρχής μια σημαντική διάκριση, ακόμη και αν κάποιο από αυτά τα φαινόμενα αποδεικνυόταν πραγματικό και ανεξήγητο με τις σημερινές γνώσεις, αυτό δεν θα επιβεβαίωνε αυτομάτως τη μορφική συνήχηση. Θα χρειαζόταν να αποδειχθεί επιπλέον ότι ο συγκεκριμένος υποθετικός μηχανισμός εξηγεί καλύτερα τα αποτελέσματα από κάθε άλλη διαθέσιμη ερμηνεία.
Η περίπτωση του Τζέιτι (Jaytee) εξελίχθηκε σε μία από τις πιο γνωστές αντιπαραθέσεις γύρω από την πειραματική μελέτη της υποτιθέμενης τηλεπάθειας των ζώων. Το 1998, οι ψυχολόγοι Ρίτσαρντ Γουάιζμαν (Richard Wiseman), Μάθιου Σμιθ (Matthew Smith) και Τζούλι Μίλτον (Julie Milton) δημοσίευσαν στο British Journal of Psychology τα αποτελέσματα τεσσάρων πειραμάτων με τον σκύλο και την ιδιοκτήτριά του, Πάμελα Σμαρτ (Pamela Smart).
Η ανάλυσή τους δεν υποστήριξε την υπόθεση ότι ο Τζέιτι μπορούσε να αντιληφθεί με παραφυσικό τρόπο πότε εκείνη επέστρεφε στο σπίτι. Ο Σέλντρεϊκ αμφισβήτησε το συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ότι η χρονική κατανομή της συμπεριφοράς του σκύλου παρουσίαζε μια συσχέτιση με την επιστροφή της ιδιοκτήτριάς του, την οποία θεωρούσε σημαντική.
Η αντιπαράθεση επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στα κριτήρια με τα οποία έπρεπε να αναγνωρίζεται η αναμονή του ζώου και στον τρόπο ανάλυσης των βιντεοσκοπημένων παρατηρήσεων. Οι δύο πλευρές, επομένως, δεν διαφωνούσαν απλώς για το αν ο σκύλος επισκεπτόταν το παράθυρο, αλλά για το ποια συμπεριφορά αποτελούσε πραγματική ένδειξη πρόβλεψης της επιστροφής. Η περίπτωση παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που έχουν ο προκαθορισμός των κριτηρίων επιτυχίας, οι κατάλληλες ομάδες ελέγχου και η ανεξάρτητη αναπαραγωγή των αποτελεσμάτων.
Ένα άλλο ερευνητικό πεδίο του Σέλντρεϊκ είναι η αίσθηση ότι κάποιος μας κοιτάζει από πίσω, γνωστή ως αίσθηση παρακολούθησης (Sense of Being Stared At). Πρόκειται για μια εμπειρία που πολλοί άνθρωποι περιγράφουν ως σχεδόν αυτονόητη, βρίσκονται σε έναν δημόσιο χώρο, αισθάνονται ότι κάποιος τους παρατηρεί και στρέφουν το κεφάλι τους για να διαπιστώσουν ότι πράγματι υπάρχει ένα βλέμμα στραμμένο προς το μέρος τους.
Ο Σέλντρεϊκ σχεδίασε πειράματα στα οποία ένα άτομο έπρεπε να διακρίνει αν κάποιος πίσω του το κοιτούσε ή όχι. Σε ορισμένες δημοσιεύσεις του ανέφερε αποτελέσματα που ερμήνευσε ως στατιστικά σημαντικές αποκλίσεις από την τύχη. Ωστόσο, τέτοιου είδους πειράματα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε ανεπαίσθητα αισθητηριακά στοιχεία, ακούσια σήματα, μη επαρκή τυχαιοποίηση και προβλήματα στη στατιστική ανάλυση. Για να θεωρηθεί αξιόπιστη μια τέτοια επίδραση, δεν αρκεί να εμφανιστεί σε ένα σύνολο δοκιμών, πρέπει να επιβεβαιωθεί με αυστηρούς ελέγχους και ανεξάρτητες αναπαραγωγές.
Οι επιστημονικές αντιρρήσεις απέναντι σε αυτά τα πειράματα δεν περιορίστηκαν σε θεωρητικό επίπεδο. Το 2000, ο ψυχολόγος Τζον Κόλγουελ (John Colwell) εξέτασε πειραματικά την υποτιθέμενη ικανότητα αντίληψης του βλέμματος και διαπίστωσε ότι ορισμένες φαινομενικά ασυνήθιστες επιδόσεις μπορούσαν να εξηγηθούν από την εκμάθηση μη τυχαίων ακολουθιών των δοκιμών. Αντίστοιχα, ο ψυχολόγος Ρίτσαρντ Γουάιζμαν (Richard Wiseman) δεν εντόπισε επιδόσεις που να υπερβαίνουν αξιόπιστα το επίπεδο της τύχης στους δικούς του ελέγχους.
Οι παρατηρήσεις αυτές, που συζητήθηκαν και σε κριτική ανασκόπηση του περιοδικού Scientific American το 2005, αναδεικνύουν πόσο εύκολα μια φαινομενικά ανεξήγητη ανθρώπινη εμπειρία μπορεί να επηρεαστεί από λεπτομέρειες του πειραματικού σχεδιασμού. Παρότι τα ευρήματα αυτά δεν αποδεικνύουν ότι κάθε αναφερόμενη εμπειρία αίσθησης παρακολούθησης έχει την ίδια εξήγηση, δεν προσφέρουν επιβεβαίωση της υπόθεσης του Σέλντρεϊκ περί άγνωστων νοητικών συνδέσεων.
Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πειράματά του σχετικά με την “τηλεφωνική τηλεπάθεια” (Telephone Telepathy). Η αφετηρία τους βρίσκεται σε μια συνηθισμένη ανθρώπινη εμπειρία, κάποιος σκέφτεται έναν φίλο του και λίγο αργότερα δέχεται ένα τηλεφώνημα από αυτόν. Ο Σέλντρεϊκ προσπάθησε να εξετάσει αν οι άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίσουν ποιος από έναν μικρό αριθμό πιθανών προσώπων πρόκειται να τους καλέσει, όταν η επιλογή του καλούντος πραγματοποιείται τυχαία.
Σε ορισμένα πειράματα αναφέρθηκαν επιδόσεις υψηλότερες από το επίπεδο που αναμενόταν λόγω τύχης. Η ερμηνεία τέτοιων αποτελεσμάτων, ωστόσο, εξαρτάται από πολλές λεπτομέρειες, την πραγματική ανεξαρτησία της τυχαιοποίησης, την αποφυγή οποιασδήποτε επικοινωνίας πριν από τη δοκιμή, τον αριθμό των συμμετεχόντων, τη στατιστική μέθοδο και το αν τα αποτελέσματα αναπαράγονται από ανεξάρτητους ερευνητές. Ακόμη και μια αξιόπιστη απόκλιση από την τύχη δεν θα αποδείκνυε από μόνη της ότι υπάρχει τηλεπάθεια, πόσο μάλλον ότι αυτή λειτουργεί μέσω μορφικής συνήχησης.
Οι παραπάνω έρευνες συνδέονται με το ευρύτερο ενδιαφέρον του Σέλντρεϊκ για την πιθανότητα ο νους να μην περιορίζεται απολύτως στα όρια του εγκεφάλου. Στο βιβλίο “Η αίσθηση ότι μας παρακολουθούν και άλλες ανεξήγητες δυνάμεις του ανθρώπινου νου” (The Sense of Being Stared At and Other Unexplained Powers of Human Minds), που εκδόθηκε το 2003, παρουσιάζει επιχειρήματα και πειράματα γύρω από τέτοιες εμπειρίες.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει τις ασυνήθιστες εμπειρίες ως πιθανά ερευνητικά ερωτήματα, ενώ πολλοί επικριτές του θεωρούν ότι οι προτεινόμενες ερμηνείες υπερβαίνουν όσα μπορούν να υποστηρίξουν τα δεδομένα. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις δεν είναι απλώς θέμα επιστημονικής συντηρητικότητας ή προσωπικής πεποίθησης. Αφορά το επίπεδο τεκμηρίωσης που απαιτείται όταν μια υπόθεση προτείνει έναν άγνωστο μηχανισμό με πολύ ευρείες συνέπειες για τη φυσική και τη βιολογία.
Ιδιαίτερη θέση στην ερευνητική συζήτηση κατέχουν οι προσπάθειες άμεσου ελέγχου της μορφικής συνήχησης μέσω της μάθησης. Η υπόθεση προβλέπει ότι μια νέα δεξιότητα ή ένα συγκεκριμένο πρότυπο θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να γίνεται ευκολότερο για μεταγενέστερους συμμετέχοντες καθώς αυξάνεται ο αριθμός εκείνων που έχουν ήδη αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα, εφόσον παρατηρούνταν σε διαφορετικούς πληθυσμούς χωρίς επικοινωνία ή κοινή εκπαίδευση, θα είχε μεγαλύτερη σχέση με τον πυρήνα της θεωρίας από τα πειράματα τηλεπάθειας.
Ωστόσο, η δυσκολία είναι μεγάλη. Οι άνθρωποι βελτιώνουν τις επιδόσεις τους για πολλούς γνωστούς λόγους, όπως η εξοικείωση με ένα είδος προβλήματος, η αλλαγή στρατηγικής, η πολιτισμική μετάδοση και η διάδοση πληροφοριών. Ένας αξιόπιστος έλεγχος οφείλει να αποκλείει τέτοιους παράγοντες προτού αποδώσει τη βελτίωση σε έναν άγνωστο μηχανισμό.
Μια ιδιαίτερα πρόσφατη προσπάθεια ελέγχου της μορφικής συνήχησης παρουσιάστηκε στις 31 Μαρτίου 2026, όταν οι Τζόρτζια Μπλακ (Georgia Black), Μπέθανι Μπάτζερ (Bethany Butzer) και Ρούπερτ Σέλντρεϊκ (Rupert Sheldrake) δημοσίευσαν στο επιστημονικό περιοδικό “Journal of Anomalous Experience and Cognition” την εργασία “Μνήμη μέσα στη φύση: Μια μελέτη των προβλέψεων της μορφικής συνήχησης σχετικά με τη μάθηση” (Memory Within Nature: A Study of Morphic Resonance Predictions on Learning).
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το διαδικτυακό παιχνίδι λέξεων Γουόρντλ (Wordle) για να εξετάσουν αν η επίλυση ενός συγκεκριμένου προβλήματος γίνεται ευκολότερη όσο περισσότεροι άνθρωποι το έχουν ήδη αντιμετωπίσει. Πραγματοποιήθηκαν τρεις επιμέρους μελέτες. Η πρώτη δεν εντόπισε την προβλεπόμενη συσχέτιση ανάμεσα στην ώρα της ημέρας και στον αριθμό των προσπαθειών που απαιτούνταν για την επίλυση του παιχνιδιού. Η δεύτερη κατέγραψε στατιστικά σημαντική αύξηση του ποσοστού των παικτών που έλυναν το πρόβλημα στις πρώτες δύο προσπάθειες καθώς προχωρούσε η ημέρα.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό δεν αναπαράχθηκε στην τρίτη μελέτη. Οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι, εφόσον υπάρχει κάποια επίδραση μορφικής συνήχησης, ενδέχεται να είναι ασθενής και δύσκολα ανιχνεύσιμη. Τα δεδομένα, όμως, δεν παρέχουν σταθερή πειραματική επιβεβαίωση της υπόθεσης, αναδεικνύοντας τη δυσκολία διάκρισης μιας υποτιθέμενης άγνωστης επίδρασης από τους συνηθισμένους παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη επίδοση.
Η συνολική αποτίμηση των πειραμάτων του απαιτεί προσοχή. Δεν θα ήταν ακριβές να υποστηρίξουμε ότι κάθε παρατήρηση που παρουσιάζει έχει αποδειχθεί λανθασμένη. Ούτε όμως θα ήταν δικαιολογημένο να θεωρήσουμε ότι οι αναφερόμενες στατιστικές αποκλίσεις συνιστούν απόδειξη τηλεπάθειας, μορφικών πεδίων ή συλλογικής μνήμης της φύσης.
Η αναπαραγωγιμότητα, η ανεξαρτησία των ελέγχων, η ποιότητα των πειραματικών πρωτοκόλλων και η δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα σε ανταγωνιστικές εξηγήσεις παραμένουν καθοριστικά κριτήρια. Η ιστορία αυτών των ερευνών είναι επομένως χρήσιμη όχι μόνο για όσα υποστηρίζει ο Σέλντρεϊκ, αλλά και για όσα μας διδάσκει σχετικά με τη δυσκολία διερεύνησης φαινομένων που βρίσκονται στα όρια της επιστημονικής γνώσης.
Η δημοσίευση του “Μια νέα επιστήμη της ζωής” (A New Science of Life) το 1981 προκάλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές αντιπαραθέσεις γύρω από μια μη συμβατική βιολογική υπόθεση. Ιδιαίτερα γνωστή έγινε η σφοδρή κριτική του Τζον Μάντοξ (John Maddox), τότε διευθυντή του επιστημονικού περιοδικού “Nature”, ο οποίος αντιμετώπισε τις προτάσεις του Σέλντρεϊκ ως βαθιά προβληματικές από επιστημονική άποψη.
Η κριτική δημοσιεύθηκε το 1981, στον τόμο 293 του Nature, στις σελίδες 245–246, με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Ένα βιβλίο για κάψιμο;” (A Book for Burning?), αποτυπώνοντας με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο την αντίδραση απέναντι στις ιδέες του Βρετανού βιολόγου. Η ένταση της αντίδρασης συνέβαλε στην αναγνωρισιμότητα του βιβλίου και ενίσχυσε τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα ως ενός ερευνητή που αμφισβητούσε τις επικρατούσες αντιλήψεις.
Ωστόσο, η ιστορία αυτή χρειάζεται να εξεταστεί πέρα από το εύκολο σχήμα ενός ανεξάρτητου επιστήμονα απέναντι σε μια εχθρική επιστημονική κοινότητα. Η αυστηρή κριτική μπορεί να αποτελεί αναγκαίο μέρος της επιστημονικής διαδικασίας, ακόμη και όταν ο τρόπος διατύπωσής της γίνεται υπερβολικά επιθετικός. Αντίστοιχα, η έντονη απόρριψη μιας θεωρίας δεν αποδεικνύει ότι η θεωρία είναι σωστή ή ότι περιέχει κάποια καταπιεσμένη αλήθεια.
Η περίπτωση του Σέλντρεϊκ παρουσιάζει ενδιαφέρουσες συνδέσεις με τη φιλοσοφία του Τόμας Κουν (Thomas Kuhn), ο οποίος στο βιβλίο “Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων” (The Structure of Scientific Revolutions) του 1962 ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο η επιστημονική έρευνα οργανώνεται γύρω από καθιερωμένα παραδείγματα.
* Περισσότερα για τον Τόμας Κουν και το βιβλίο του @ pneumapunk εδώ -> Ο Thomas Kuhn και οι επιστημονικές επαναστάσεις: Τι συμβαίνει όταν οι εξαιρέσεις που δεν μπορεί να εξηγήσει η επιστήμη αρχίζουν να απειλούν το ίδιο το επιστημονικό της παράδειγμα; <-
Σύμφωνα με τον Κουν, η επιστήμη δεν εξελίσσεται πάντοτε μέσω μιας απλής, γραμμικής συσσώρευσης γνώσεων, αλλά μπορεί να περνά από περιόδους κανονικής επιστήμης, κρίσεων και βαθύτερων θεωρητικών μετασχηματισμών. Η μορφική συνήχηση θα μπορούσε να εξεταστεί ως παράδειγμα μιας πρότασης που επιχειρεί να αμφισβητήσει ορισμένες κυρίαρχες παραδοχές.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική διάκριση, το γεγονός ότι μια ιδέα συγκρούεται με το υπάρχον επιστημονικό παράδειγμα δεν την καθιστά αυτομάτως υποψήφια επιστημονική επανάσταση. Οι θεωρίες που μετασχηματίζουν πραγματικά την επιστήμη χρειάζονται ισχυρά εμπειρικά αποτελέσματα, εξηγητική ικανότητα και δυνατότητα επιτυχούς ελέγχου.
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξετάσουμε το βιβλίο “Η αυταπάτη της επιστήμης” (The Science Delusion), που κυκλοφόρησε το 2012 και εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον τίτλο “Science Set Free”. Σε αυτό, ο Σέλντρεϊκ υποστηρίζει ότι ορισμένες φιλοσοφικές παραδοχές της σύγχρονης επιστήμης αντιμετωπίζονται συχνά σαν να αποτελούν οριστικά αποδεδειγμένα γεγονότα.
Αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, την αντίληψη ότι η φύση είναι μια μηχανή χωρίς εσωτερική δημιουργικότητα, ότι η συνείδηση μπορεί να εξηγηθεί πλήρως με τις ήδη γνωστές εγκεφαλικές διεργασίες και ότι όλοι οι θεμελιώδεις φυσικοί νόμοι πρέπει να θεωρούνται αναγκαστικά αιώνιοι και αμετάβλητοι. Ορισμένα από τα ερωτήματα αυτά έχουν πράγματι φιλοσοφικό ενδιαφέρον και σχετίζονται με υπαρκτές επιστημονικές συζητήσεις.
Ωστόσο, η κριτική μιας φιλοσοφικής θέσης δεν αποτελεί απόδειξη μιας συγκεκριμένης εναλλακτικής φυσικής θεωρίας. Η απόσταση ανάμεσα στο να εντοπίσουμε ένα ανεπίλυτο πρόβλημα και στο να ανακαλύψουμε τη λύση του μπορεί να είναι τεράστια.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η σημαντικότερη συμβολή της περίπτωσης του Σέλντρεϊκ στον ευρύτερο προβληματισμό για τη γνώση. Η επιστήμη χρειάζεται ανθρώπους που θέτουν ασυνήθιστα ερωτήματα, αμφισβητούν δεδομένες ερμηνείες και αναζητούν εναλλακτικές δυνατότητες. Χρειάζεται όμως εξίσου αυστηρές διαδικασίες που να εμποδίζουν την προσωπική πεποίθηση, την επιλεκτική παρατήρηση και την επιθυμία για ανακάλυψη να μετατρέπονται σε υποτιθέμενα επιστημονικά γεγονότα.
Η ανοιχτή σκέψη δεν ταυτίζεται με την αποδοχή κάθε πιθανότητας, όπως και ο σκεπτικισμός δεν πρέπει να ταυτίζεται με την άρνηση εξέτασης νέων ιδεών. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποια στοιχεία θα μας έκαναν να αλλάξουμε γνώμη και με ποια κριτήρια θα αξιολογούσαμε αυτά τα στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν επιβεβαιώνουν ή διαψεύδουν τις αρχικές μας προσδοκίες.
Ο Σέλντρεϊκ εξακολουθεί να αποτελεί μια ιδιαίτερη προσωπικότητα ακριβώς επειδή κινείται ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η τεκμηριωμένη επιστημονική του εκπαίδευση και η προηγούμενη ερευνητική του δραστηριότητα. Από την άλλη, οι μεταγενέστερες υποθέσεις του για τη μνήμη της φύσης, τα μορφικά πεδία και τις ασυνήθιστες νοητικές συνδέσεις παραμένουν έξω από την καθιερωμένη επιστημονική γνώση.
Η δημόσια παρουσία του, τα βιβλία και οι διαλέξεις του έχουν επηρεάσει συζητήσεις γύρω από τη συνείδηση, την παραψυχολογία και τη φιλοσοφία της επιστήμης, χωρίς αυτή η πολιτισμική επιρροή να ισοδυναμεί με επιστημονική επικύρωση. Η διάκριση ανάμεσα στην ιστορική σημασία μιας ιδέας και στην εμπειρική της αξιοπιστία είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε τη θέση του στην ιστορία της σύγχρονης εναλλακτικής σκέψης.
Η ιστορία του Ρούπερτ Σέλντρεϊκ μάς οδηγεί σε ένα ερώτημα που υπερβαίνει τα όρια μιας συγκεκριμένης βιολογικής θεωρίας. Τι σημαίνει πραγματικά να κατανοούμε τη φύση; Αρκεί να περιγράφουμε τους μηχανισμούς της ή χρειάζεται να αναρωτιόμαστε διαρκώς αν οι εξηγήσεις μας είναι πλήρεις;
Η μορφική συνήχηση προτείνει μια πραγματικότητα στην οποία το παρελθόν εξακολουθεί να δρα μέσω υποθετικών οργανωτικών συνδέσεων, διαμορφώνοντας τις πιθανότητες του παρόντος. Η ιδέα αυτή είναι αναμφίβολα ελκυστική, ιδιαίτερα επειδή συνδέει τη μνήμη, την ιστορία και την εξέλιξη με μια ενιαία αντίληψη για τη φύση. Όμως η επιστημονική της αξιοπιστία δεν μπορεί να κριθεί από την ομορφιά ή τη φιλοσοφική της συνοχή. Μέχρι σήμερα, η ύπαρξη της μορφικής συνήχησης δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή και ανεξάρτητα αναπαραγμένα πειραματικά δεδομένα.
Αυτό δεν καθιστά την ιστορία της άνευ σημασίας. Αντιθέτως, η πορεία του Σέλντρεϊκ αποτελεί μια ευκαιρία να εξετάσουμε τη λεπτή σχέση ανάμεσα στη δημιουργική φαντασία και στην επιστημονική τεκμηρίωση. Οι μεγάλες ανακαλύψεις συχνά ξεκινούν από ερωτήματα που αρχικά μοιάζουν παράξενα, αλλά δεν μετατρέπεται κάθε παράξενη υπόθεση σε μεγάλη ανακάλυψη.
Η επιστημονική πρόοδος προϋποθέτει τόσο την ελευθερία να διατυπώνουμε νέες ιδέες όσο και την πειθαρχία να τις υποβάλλουμε σε ελέγχους που ενδέχεται να τις διαψεύσουν. Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη πλευρά της ιστορίας του Σέλντρεϊκ να μην είναι ότι μας προσφέρει μια αποδεδειγμένη νέα εικόνα της πραγματικότητας, αλλά ότι μας αναγκάζει να αναλογιστούμε πώς διαμορφώνουμε, αμφισβητούμε και αναθεωρούμε όσα πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε.
Η φύση διαθέτει αναμφίβολα ιστορία. Τα πετρώματα, οι οργανισμοί, τα γονιδιώματα, τα οικοσυστήματα και οι εγκέφαλοί μας διατηρούν, με διαφορετικούς τρόπους, ίχνη όσων προηγήθηκαν. Το αν υπάρχει και μια επιπλέον, άγνωστη μορφή συλλογικής μνήμης παραμένει ισχυρισμός που χρειάζεται αποδείξεις.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται το βαθύτερο ερώτημα που αφήνει πίσω του ο Σέλντρεϊκ, όταν αναζητούμε αόρατες συνδέσεις μέσα στη φύση, ανακαλύπτουμε πραγματικά κάτι που δεν γνωρίζαμε ή προβάλλουμε πάνω στον κόσμο την ανθρώπινη ανάγκη μας να πιστεύουμε ότι τίποτα από το παρελθόν δεν χάνεται οριστικά;