Chris Roe: Μπορεί η επιστήμη να ερευνήσει την πρόγνωση και την τηλεπάθεια; Τι μας λένε τα πειράματα της παραψυχολογίας και τι παραμένει αναπάντητο;


Chris Roe: Από τις προσωπικές προαισθήσεις και τα όνειρα στα εργαστηριακά πειράματα. Τι υποστηρίζει ο καθηγητής του University of Northampton, τι μας λένε τα πειράματα, τι παραμένει αναπάντητο και πού βρίσκονται τα όρια της γνώσης μας;

 

Μια γυναίκα επιβιβάζεται σε τρένο για να επισκεφθεί μια γειτονική πόλη. Καθώς οι πόρτες κλείνουν και ο συρμός ξεκινά, αισθάνεται μια ανεξήγητη ανησυχία. Η ανησυχία γίνεται τόσο έντονη ώστε, μόλις φτάνει στον προορισμό της, παίρνει αμέσως το επόμενο τρένο της επιστροφής. Όταν φτάνει στο σπίτι της, ανακαλύπτει ότι έχει ξεσπάσει πυρκαγιά. Τι ακριβώς συνέβη; Μήπως είχε αντιληφθεί ασυνείδητα κάποιο σημάδι κινδύνου πριν φύγει; Μήπως επρόκειτο για μια σύμπτωση που απέκτησε ιδιαίτερη σημασία εκ των υστέρων; Ή μήπως η εμπειρία της ανήκει σε εκείνη την αμφιλεγόμενη κατηγορία περιστατικών που περιγράφουμε ως προαισθήσεις;

Ο καθηγητής Chris Roe αφηγείται αυτή την ιστορία στη συνέντευξη που αποτελεί την αφετηρία της έρευνάς μας. Δεν διαθέτουμε, από την αφήγηση και μόνο, τα ανεξάρτητα στοιχεία που θα επέτρεπαν να εξακριβώσουμε τις συνθήκες της. Διαθέτουμε, όμως, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του ερωτήματος που τον απασχολεί, πώς εξετάζουμε ένα περιστατικό το οποίο, αν συνέβη όπως το θυμάται ο μάρτυρας, μοιάζει να αμφισβητεί τη συνηθισμένη αλληλουχία της γνώσης και των γεγονότων;

Το ερώτημα είναι παλαιότερο από τη σύγχρονη παραψυχολογία. Άνθρωποι διαφορετικών εποχών και πολιτισμών έχουν περιγράψει όνειρα που φάνηκαν να προηγούνται πραγματικών γεγονότων, ανεξήγητες βεβαιότητες για την τύχη αγαπημένων προσώπων και στιγμές κατά τις οποίες μια πληροφορία έμοιαζε να γίνεται γνωστή χωρίς να έχει μεταδοθεί από τις αισθήσεις. Οι αφηγήσεις αυτές άλλοτε ενσωματώθηκαν στη θρησκεία και τη λαϊκή παράδοση, άλλοτε αντιμετωπίστηκαν ως προσωπικές συμπτώσεις και άλλοτε χρησιμοποιήθηκαν ως επιχειρήματα υπέρ μιας πραγματικότητας που υπερβαίνει τον υλικό κόσμο.

Η συχνότητα με την οποία επανέρχονται στην ανθρώπινη ιστορία εξηγεί γιατί παραμένουν αντικείμενο ενδιαφέροντος. Δεν μας λέει, ωστόσο, ποια ερμηνεία τους είναι σωστή. Η διάκριση ανάμεσα στο ότι κάποιος βίωσε κάτι και στο ότι γνωρίζουμε τι προκάλεσε την εμπειρία του είναι το πρώτο βήμα κάθε σοβαρής διερεύνησης.

Εδώ ακριβώς αποκτά ενδιαφέρον η παρουσίαση του καθηγητή Roe. Δεν εμφανίζεται ως αφηγητής μιας συλλογής θαυμάτων, αλλά ως ψυχολόγος που επιχειρεί να μεταφέρει ερωτήματα γεννημένα στην καθημερινή ζωή σε συνθήκες όπου μπορούν να ελεγχθούν. Στη πρόσφατη συνέντευξη του, εξετάζει την τηλεπάθεια, την πρόγνωση, τις ασυνήθιστες εμπειρίες κατά το πένθος, τα πειράματα εξωαισθητηριακής αντίληψης (Extrasensory Perception – E.S.P.) μέσω ονείρων και τις μετρήσεις σωματικών αντιδράσεων πριν από την εμφάνιση απρόβλεπτων ερεθισμάτων.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ότι ορισμένα περιστατικά μπορεί να εξηγούνται από συνηθισμένους ψυχολογικούς μηχανισμούς και ότι ακόμη και ενδιαφέροντα πειραματικά αποτελέσματα δεν επιβάλλουν αυτομάτως μια παραφυσική ερμηνεία. Η συνέντευξη, επομένως, προσφέρεται για κάτι ουσιαστικότερο από την αναζήτηση μιας θεαματικής απάντησης, για να παρακολουθήσουμε πώς κατασκευάζεται, ελέγχεται και αμφισβητείται μια επιστημονική υπόθεση.

Ο Chris Roe είναι καθηγητής ψυχολογίας στο University of Northampton, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η πανεπιστημιακή του δραστηριότητα περιλαμβάνει τη μελέτη ασυνήθιστων εμπειριών, της ψυχολογίας των παραφυσικών πεποιθήσεων και πειραματικών ισχυρισμών περί εξωαισθητηριακής αντίληψης και ψυχοκίνησης. Έχει διατελέσει πρόεδρος της Parapsychological Association και της Society for Psychical Research, ενώ έχει συμμετάσχει σε ερευνητικές εργασίες για τα όνειρα, τις μεταβολές της συνείδησης και τις εμπειρίες που συνδέονται με τον θάνατο. Αυτά τα στοιχεία τεκμηριώνουν ότι μιλά ως ενεργός πανεπιστημιακός ερευνητής του συγκεκριμένου πεδίου. Δεν σημαίνουν από μόνα τους, ότι οι υποθέσεις του έχουν επιβεβαιωθεί, η ακαδημαϊκή του ιδιότητα προσδιορίζει το πλαίσιο της εργασίας του, όχι το αποτέλεσμα της επιστημονικής αξιολόγησης.

Στη πρόσφατη συνέντευξη ο Roe ανατρέχει στα χρόνια των σπουδών του στο University of Edinburgh και στον καθηγητή Robert Morris, ο οποίος συνδέθηκε με την πανεπιστημιακή έρευνα της παραψυχολογίας στη Βρετανία. Περιγράφει την ψυχολογία ως την απαραίτητη βάση για την εξέταση ασυνήθιστων περιστατικών, προτού αναρωτηθούμε αν κάποιος απέκτησε πληροφορίες με άγνωστο τρόπο, οφείλουμε να γνωρίζουμε πώς λειτουργούν η αντίληψη, η μνήμη, η προσδοκία, η πλάνη και η εξαπάτηση. Αυτή η αφετηρία έχει σημασία επειδή η παραψυχολογία, όπως την παρουσιάζει, δεν αρχίζει εκεί όπου σταματά η ψυχολογία. Αρχίζει με τα εργαλεία της ψυχολογίας και ρωτά αν, αφού εξεταστούν οι συμβατικές εξηγήσεις, απομένει κάτι που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Ο ίδιος διακρίνει τρεις ευρείες περιοχές ενδιαφέροντος. Η πρώτη είναι η εξωαισθητηριακή αντίληψη, ή E.S.P., στην οποία εντάσσονται ισχυρισμοί για τηλεπάθεια, διόραση και πρόγνωση. Η δεύτερη είναι η ψυχοκίνηση, δηλαδή η υποτιθέμενη επίδραση του νου σε φυσικά συστήματα χωρίς τη συνήθη σωματική παρέμβαση. Η τρίτη αφορά εμπειρίες που ορισμένοι ερμηνεύουν ως ενδείξεις επιβίωσης κάποιας πτυχής της προσωπικότητας μετά τον βιολογικό θάνατο. Πρόκειται για ταξινόμηση ισχυρισμών και εμπειριών, όχι για κατάλογο αποδεδειγμένων ικανοτήτων. Ο Roe διευκρινίζει, όταν μιλά για την ψυχοκίνηση, ότι το γεγονός πως κάποιος περιγράφει ένα περιστατικό με αυτόν τον τρόπο δεν σημαίνει ότι οι ερευνητές αποδέχονται την περιγραφή ως ακριβή εξήγηση του μηχανισμού του.

Για να κατανοήσουμε την προσέγγισή του, χρειάζεται επίσης να τοποθετήσουμε την παραψυχολογία στην ιστορική της διαδρομή. Ο Roe αναφέρεται στη Society for Psychical Research, η οποία ιδρύθηκε το 1882, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα οργανωμένης προσπάθειας να μελετηθούν συστηματικά φαινόμενα που μέχρι τότε βρίσκονταν κυρίως στο πεδίο της μεταφυσικής, της θρησκείας και της προσωπικής αφήγησης.

Το ερώτημα των πρώτων ερευνητών δεν ήταν απλώς αν υπάρχουν πνεύματα ή τηλεπάθεια, αλλά πώς μπορεί να εξεταστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός με διαδικασίες που επιτρέπουν την αναγνώριση σφάλματος. Η ιστορία του πεδίου περιλαμβάνει, βέβαια, διαφορετικές θεωρητικές κατευθύνσεις, διαφωνίες και μεθοδολογικά προβλήματα. Η ύπαρξη μιας μακράς ερευνητικής παράδοσης δεν λύνει τις διαφωνίες, δείχνει ότι τα ερωτήματα έχουν αποτελέσει αντικείμενο επίμονης και οργανωμένης μελέτης.

Στο σημείο αυτό εμφανίζεται μια από τις πιο χαρακτηριστικές θέσεις του Roe, η επιστημονικότητα δεν κρίνεται αποκλειστικά από το πόσο οικείο ή ανοίκειο είναι το ερώτημα, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο το διερευνούμε. Μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα αν δύο άνθρωποι επικοινώνησαν χωρίς γνωστό αισθητηριακό μέσο. Το να το θέσουμε δεν αποτελεί απόδειξη ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Οφείλουμε να ορίσουμε τι θα μετρήσουμε, να αποκλείσουμε τη διαρροή πληροφοριών, να προσδιορίσουμε εκ των προτέρων τι θα θεωρηθεί επιτυχία και να επιτρέψουμε σε άλλους να επαναλάβουν τη διαδικασία. Αν τα αποτελέσματα δεν εμφανιστούν, αυτό επίσης αποτελεί πληροφορία. Η αξία της μεθόδου βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν πρέπει να προστατεύει μια αγαπημένη υπόθεση από το ενδεχόμενο να αποδειχθεί λανθασμένη.

Η συζήτηση αγγίζει αναπόφευκτα και τον σκεπτικισμό. Ο Roe επικρίνει εκείνους που, κατά την άποψή του, απορρίπτουν εκ των προτέρων κάθε παραψυχολογικό ισχυρισμό. Πρόκειται για δική του αξιολόγηση μιας στάσης που θεωρεί ότι συναντά στο πεδίο, όχι για τεκμηριωμένη περιγραφή όλων των επικριτών του. Στην ίδια συνέντευξη αναγνωρίζει ότι μπορεί να έχει ουσιαστικές ανταλλαγές με ερευνητές όπως ο Richard Wiseman και ο Chris French, επειδή θεωρεί ότι συζητούν την ποιότητα των επιμέρους στοιχείων. Το πιο παραγωγικό σημείο αυτής της αντιπαράθεσης δεν είναι να αντικαταστήσουμε το δίπολο «πιστοί και άπιστοι» με ένα άλλο δίπολο «ανοιχτόμυαλοι και δογματικοί». Είναι να απαιτούμε από κάθε πλευρά να εξηγεί ποια δεδομένα θα την έκαναν να αναθεωρήσει τη θέση της.

Αυτή η συζήτηση θυμίζει αναπόφευκτα τον Thomas Kuhn και τις επιστημονικές επαναστάσεις, αλλά η σύνδεση χρειάζεται προσοχή. Μια παρατήρηση που δεν ταιριάζει εύκολα σε μια θεωρία μπορεί να αποτελέσει αφορμή για νέα έρευνα. Δεν αποτελεί, ωστόσο, αυτομάτως απόδειξη ότι το κυρίαρχο επιστημονικό πλαίσιο είναι λανθασμένο ή ότι η εναλλακτική εξήγηση είναι σωστή. Μια ανωμαλία μπορεί να προκύπτει από πραγματικό άγνωστο φαινόμενο, αλλά μπορεί επίσης να αποκαλύπτει σφάλμα μέτρησης, ανεπαρκή θεωρητικό ορισμό ή κάποιον συνηθισμένο παράγοντα που δεν είχε ληφθεί υπόψη. Η ιστορία της επιστήμης μάς διδάσκει ότι χρειάζεται να εξετάζουμε τις ανωμαλίες. Δεν μας δίνει άδεια να προεξοφλούμε την έκβαση της εξέτασής τους.

Περισσότερα για τον Thomas Kuhn και τις επιστημονικές επαναστάσεις @ pneumapunk εδώ -> Ο Thomas Kuhn και οι επιστημονικές επαναστάσεις: Τι συμβαίνει όταν οι εξαιρέσεις που δεν μπορεί να εξηγήσει η επιστήμη αρχίζουν να απειλούν το ίδιο το επιστημονικό της παράδειγμα; <-


Επομένως, το ερευνητικό ενδιαφέρον του Roe δεν βρίσκεται μόνο στις πιθανές απαντήσεις του. Βρίσκεται και στην προσπάθειά του να δημιουργήσει έναν χώρο όπου οι ασυνήθιστες εμπειρίες μπορούν να συζητηθούν χωρίς η συζήτηση να μετατρέπεται αμέσως σε δήλωση πίστης. Πρόκειται για μια δύσκολη ισορροπία. Η επιθυμία να μη χαθεί μια ενδεχομένως σημαντική παρατήρηση μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική εμπιστοσύνη σε αδύναμα στοιχεία. Η επιθυμία να προστατευθεί η επιστημονική αυστηρότητα μπορεί, από την άλλη πλευρά, να εκφραστεί ως αδιαφορία για το ερώτημα που θέτει ο μάρτυρας. Η ουσιαστική λύση δεν είναι η χαλάρωση των κριτηρίων, αλλά η εφαρμογή τους με συνέπεια, ακόμη και όταν το αποτέλεσμα απογοητεύει τις προσδοκίες μας.

Ο Roe χρησιμοποιεί ένα άλλο παράδειγμα για να φωτίσει το πρόβλημα. Μια γυναίκα ονειρεύεται πυρκαγιά σε αποθήκη και την επόμενη ημέρα πληροφορείται ότι πράγματι ξέσπασε φωτιά σε μια αποθήκη της περιοχής της. Η πρώτη ερμηνεία μπορεί να είναι ότι είδε το μέλλον. Υπάρχουν, όμως, άλλες δυνατότητες, ίσως ονειρεύεται συχνά πυρκαγιές, ίσως άκουσε στον ύπνο της σειρήνες πυροσβεστικών οχημάτων ή ίσως είχε προσέξει χωρίς να το συνειδητοποιήσει μια επικίνδυνη κατάσταση στον χώρο. Κάθε εξήγηση απαιτεί διαφορετικά στοιχεία. Η απουσία άμεσης απάντησης δεν ισοδυναμεί με απόδειξη πρόγνωσης, όπως και η ύπαρξη μιας πιθανής συμβατικής εξήγησης δεν αποδεικνύει ότι αυτή πράγματι συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εδώ εμφανίζεται το πρώτο μεγάλο μεθοδολογικό πέρασμα, από την αναδρομική αφήγηση σε ένα πείραμα όπου το γεγονός, η χρονική ακολουθία και τα κριτήρια αξιολόγησης καθορίζονται με ακρίβεια. Αν ένας συμμετέχων πρόκειται να ονειρευτεί μια εικόνα που θα επιλεγεί τυχαία, πρέπει να γνωρίζουμε πότε καταγράφηκε το όνειρό του, πότε επιλέχθηκε η εικόνα, ποιος είχε πρόσβαση σε αυτήν και πώς θα αξιολογηθεί η ομοιότητα.

Η απλή εντύπωση ότι ένα όνειρο ταιριάζει με μια εικόνα δεν αρκεί. Οι άνθρωποι έχουν αξιοσημείωτη ικανότητα να εντοπίζουν συνδέσεις, ιδίως όταν τους παρουσιάζεται μόνο το υποτιθέμενο σωστό αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτό, σε ορισμένα πειράματα χρησιμοποιούνται περισσότερες πιθανές εικόνες, από τις οποίες μόνο μία είναι ο πραγματικός στόχος. Αν υπάρχουν τέσσερις το ίδιο πίθανοι στόχοι και η επιλογή είναι πράγματι τυχαία, το αναμενόμενο ποσοστό επιτυχίας χωρίς πρόσθετη πληροφορία είναι 25%.

Η ιστορία αυτής της πειραματικής προσέγγισης περνά από το Maimonides Medical Center της Νέας Υόρκης. Εκεί πραγματοποιήθηκαν μελέτες που προσπάθησαν να εξετάσουν αν το περιεχόμενο ενός ονείρου αντιστοιχούσε σε υλικό το οποίο παρουσιαζόταν σε άλλο πρόσωπο ή επιλεγόταν ως πειραματικός στόχος. Το εργαστήριο ύπνου επέτρεπε την παρακολούθηση του ύπνου και, σε ορισμένα πρωτόκολλα, την αφύπνιση των συμμετεχόντων για την καταγραφή των ονείρων τους. Η μεταγενέστερη έρευνα αναζήτησε απλούστερες διαδικασίες, στις οποίες οι συμμετέχοντες κοιμούνται στο σπίτι τους και καταγράφουν όσα θυμούνται το πρωί. Αυτή η αλλαγή διευκόλυνε την πραγματοποίηση περισσότερων πειραμάτων, αλλά σήμαινε επίσης ότι οι συνθήκες δεν ήταν ίδιες με εκείνες ενός ελεγχόμενου εργαστηρίου ύπνου.

Στη συνέντευξη ο Roe παρουσιάζει τα αποτελέσματα του Maimonides Medical Center ως ιδιαίτερα εντυπωσιακά και αναφέρεται σε πολύ μικρή πιθανότητα να προκύψουν ορισμένα αποτελέσματα υπό την υπόθεση της τύχης. Τέτοιες διατυπώσεις χρειάζονται ακριβή ανάγνωση. Μια μικρή τιμή p δεν σημαίνει ότι υπολογίσαμε την πιθανότητα να υπάρχει τηλεπάθεια ούτε ότι αποδείξαμε πως η τύχη «αποκλείεται». Περιγράφει, υπό συγκεκριμένες στατιστικές παραδοχές, πόσο ασυνήθιστα θα ήταν δεδομένα τουλάχιστον τόσο ακραία αν ίσχυε το μοντέλο της μηδενικής υπόθεσης. Το συμπέρασμα εξαρτάται από την ποιότητα της τυχαιοποίησης, την ανεξαρτησία των δοκιμών, τον τρόπο επιλογής και αξιολόγησης των στόχων και το κατά πόσο όλες οι αναλύσεις είχαν καθοριστεί εκ των προτέρων. Ένας εντυπωσιακός αριθμός αποκτά επιστημονικό νόημα μόνο μαζί με τη μέθοδο που τον παρήγαγε.

Το 2017 δημοσιεύθηκε μια σημαντική μετα-ανάλυση από τους Lance Storm, Simon Sherwood, Chris Roe και τους συνεργάτες τους, η οποία συγκέντρωσε 50 μελέτες εξωαισθητηριακής αντίληψης μέσω ονείρων από την περίοδο 1966–2016. Οι συγγραφείς χώρισαν το υλικό σε 14 μελέτες του Maimonides Medical Center και 36 άλλες μελέτες και ανέφεραν συνολικό στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα. Το μέσο μέγεθος επίδρασης που παρουσίασαν για το ομοιογενές σύνολο ήταν περίπου 0,20, ενώ παρατήρησαν ότι το μέγεθος της επίδρασης μειωνόταν κατά τη διάρκεια των δεκαετιών. Κατέληξαν ότι το ερευνητικό παράδειγμα άξιζε να συνεχιστεί, προτείνοντας παράλληλα βελτιώσεις στον σχεδιασμό. Πρόκειται για συμπέρασμα των συγγραφέων της μετα-ανάλυσης, όχι για γενική επιστημονική επιβεβαίωση ότι τα όνειρα μεταφέρουν πληροφορίες πέρα από τις αισθήσεις.

Η συνέχεια είναι εξίσου σημαντική με την αρχική δημοσίευση. Το 2018 ο Matthew Howard επανεξέτασε τα δεδομένα χρησιμοποιώντας μετα-ανάλυση που στάθμιζε τις μελέτες με βάση την αντίστροφη διακύμανσή τους. Υπολόγισε μικρότερο συνολικό μέγεθος επίδρασης, περίπου 0,07, και εντόπισε σχέση ανάμεσα στο μέγεθος των δειγμάτων και στο μέγεθος των αποτελεσμάτων. Η παρατήρησή του έθεσε το ενδεχόμενο ότι οι μεγάλες αποκλίσεις μικρών μελετών είχαν επηρεάσει την αρχική εικόνα. Οι αρχικοί ερευνητές απάντησαν το 2019, αμφισβητώντας επιμέρους επιλογές της επανάλυσης και συζητώντας ζητήματα όπως η μεροληψία δημοσίευσης και ο χειρισμός ακραίων τιμών. Η διαφωνία δεν επιλύεται με το να επιλέξουμε τον αριθμό που μας εντυπωσιάζει περισσότερο. Μας δείχνει ότι ακόμη και όταν οι ερευνητές διαθέτουν την ίδια βάση δεδομένων, οι τεκμηριωμένες αλλά διαφορετικές αναλυτικές επιλογές μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την εικόνα του αποτελέσματος.

Αυτό δεν καθιστά άχρηστη την έρευνα. Καθιστά σαφέστερο τι χρειάζεται από εδώ και πέρα, μεγαλύτερες μελέτες, προεγγεγραμμένες υποθέσεις, κοινά πρωτόκολλα, διαφάνεια στα δεδομένα και επαναλήψεις από ομάδες που δεν συμμετείχαν στον αρχικό σχεδιασμό. Μια ερευνητική υπόθεση γίνεται ισχυρότερη όταν αντέχει σε διαφορετικά εργαστήρια και σε εύλογες εναλλακτικές αναλύσεις. Αντίθετα, όταν ένα αποτέλεσμα εξαρτάται υπερβολικά από συγκεκριμένες επιλογές ή από λίγες μικρές μελέτες, η αβεβαιότητα πρέπει να παραμένει εμφανής. Η πρόκληση για την παραψυχολογία δεν είναι μόνο να παρουσιάσει αποκλίσεις από την τύχη, αλλά να δείξει ότι οι αποκλίσεις αυτές είναι αξιόπιστες, επαναλήψιμες και δεν εξηγούνται καλύτερα από γνωστούς μηχανισμούς ή ατέλειες της μεθόδου.

Στη συνέντευξη ο Roe αναφέρεται επίσης σε παράγοντες που, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, ενδέχεται να σχετίζονται με την επίδοση: την εξάσκηση στον διαλογισμό, τη δημιουργικότητα, την προσωπική στάση απέναντι στα παραψυχικά φαινόμενα και ορισμένα χαρακτηριστικά της αντίληψης. Ειδικότερα, παρουσιάζει το λεγόμενο sheep–goat effect, την υπόθεση ότι όσοι πιστεύουν στην πιθανότητα εξωαισθητηριακής αντίληψης (Extrasensory Perception – E.S.P.) μπορεί να αποδίδουν διαφορετικά από όσους δεν πιστεύουν.

Αυτές οι συσχετίσεις, όπου αναφέρονται, δεν αποδεικνύουν ότι η πίστη προκαλεί παραψυχική ικανότητα. Μπορεί να εμπλέκονται η προσδοκία, το κίνητρο, η εξοικείωση με τη διαδικασία, η επιλογή των συμμετεχόντων ή ο τρόπος ανάλυσης. Το ερώτημα δεν είναι αν μια ψυχολογική μεταβλητή ακούγεται εύλογη, αλλά αν προβλέπει σταθερά την επίδοση σε νέες, ανεξάρτητες δοκιμές.

Ο ίδιος παραδέχεται ένα δομικό πρόβλημα του πεδίου, οι ερευνητικές ομάδες που ασχολούνται συστηματικά με ορισμένα από αυτά τα πειράματα είναι λίγες, ενώ το ενδιαφέρον συχνά μετακινείται σε νέες ιδέες προτού συγκεντρωθεί επαρκής αριθμός επαναλήψεων για τις παλαιότερες. Η επιστημονική πρόοδος, όμως, δεν προκύπτει μόνο από πρωτότυπα πειράματα.

Προκύπτει και από τη λιγότερο θεαματική εργασία της επιβεβαίωσης, της αποτυχίας επιβεβαίωσης και της βελτίωσης μιας μεθόδου. Αν μια υπόθεση για τα όνειρα χρειάζεται συγκεκριμένες συνθήκες για να εμφανιστεί, οι συνθήκες αυτές πρέπει να οριστούν με τρόπο που να επιτρέπει τον έλεγχό τους. Διαφορετικά, κάθε αποτυχία μπορεί να αποδίδεται εκ των υστέρων σε κάποια αόριστη μεταβολή της διάθεσης ή του περιβάλλοντος, και η υπόθεση κινδυνεύει να γίνει αδύνατο να διαψευστεί.

Η πιο ουσιαστική συμβολή αυτής της ενότητας της συνέντευξης είναι, επομένως, ότι μεταφέρει το ενδιαφέρον από την εντυπωσιακή ιστορία στη δομή του ελέγχου. Ένα όνειρο μπορεί να μοιάζει εκπληκτικά με ένα μεταγενέστερο γεγονός. Για να υποστηρίξουμε, όμως, ότι περιείχε πληροφορία μη διαθέσιμη με γνωστούς τρόπους, χρειάζεται να ξέρουμε πόσα άλλα όνειρα δεν ταίριαζαν, πότε καταγράφηκε το περιεχόμενό του, ποιος επέλεξε τον στόχο και πώς αξιολογήθηκε η αντιστοιχία. Χωρίς αυτές τις πληροφορίες, η αφήγηση παραμένει ανθρώπινα ενδιαφέρουσα αλλά επιστημονικά ανοιχτή. Με αυτές, αποκτούμε μια ελέγξιμη υπόθεση, όχι αναγκαστικά μια επιβεβαιωμένη εξήγηση.

Η έρευνα για την πρόγνωση δεν περιορίζεται στα όνειρα. Ένα διαφορετικό πειραματικό πεδίο εξετάζει κατά πόσο το σώμα παρουσιάζει μετρήσιμες μεταβολές πριν από την εμφάνιση ενός ερεθίσματος το οποίο υποτίθεται ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί. Η διαδικασία, στη βασική της μορφή, είναι απλή στην περιγραφή, ένας συμμετέχων κάθεται μπροστά σε οθόνη, ενώ καταγράφονται φυσιολογικές παράμετροι, όπως η ηλεκτροδερμική δραστηριότητα ή ο καρδιακός ρυθμός.

Σε διαφορετικές δοκιμές εμφανίζονται ουδέτερες ή συναισθηματικά φορτισμένες εικόνες, με σειρά που καθορίζεται ώστε να είναι απρόβλεπτη. Οι ερευνητές συγκρίνουν όχι μόνο τις αντιδράσεις μετά την εμφάνιση της εικόνας, αλλά και όσα καταγράφηκαν λίγο πριν από αυτήν. Αν εντοπιστεί συστηματική διαφορά ανάλογα με το είδος της εικόνας που ακολουθεί, προκύπτει ένα δύσκολο ερώτημα, τι ακριβώς μετράμε;

Στη συνέντευξη του ο Roe παρουσιάζει αυτή την ερευνητική κατεύθυνση ως παράδειγμα πιθανής προγνωστικής δραστηριότητας. Η ονομασία presentiment χρησιμοποιείται συχνά για τέτοιες αναφορές, αλλά ο ουδέτερος όρος «ανεξήγητη προληπτική φυσιολογική δραστηριότητα» περιγράφει καλύτερα το προς διερεύνηση εύρημα χωρίς να ενσωματώνει την αιτία του.

Το γεγονός ότι μια μεταβολή προηγείται χρονικά ενός ερεθίσματος δεν σημαίνει από μόνο του ότι προκλήθηκε από το μελλοντικό ερέθισμα. Οι καταγραφές μπορεί να επηρεάζονται από τη χρονική δομή των δοκιμών, από την προσδοκία των συμμετεχόντων, από τον τρόπο επεξεργασίας των σημάτων ή από άλλες ιδιότητες του πειράματος. Η διαφορά ανάμεσα σε μια ασυνήθιστη χρονική συσχέτιση και σε μια αποδεδειγμένη αντιστροφή της αιτιότητας είναι τεράστια.

Το 2012 οι Julia Mossbridge, Patrizio Tressoldi και Jessica Utts δημοσίευσαν μετα-ανάλυση 26 ερευνητικών αναφορών της περιόδου 1978–2010. Ανέφεραν μικρό αλλά στατιστικά σημαντικό συνολικό αποτέλεσμα, με μέγεθος επίδρασης περίπου 0,21. Οι φυσιολογικές μετρήσεις των μελετών δεν ήταν όλες ίδιες, περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ηλεκτροδερμική δραστηριότητα, καρδιακό ρυθμό και άλλους δείκτες. Το 2018 δημοσιεύθηκε ενημέρωση αυτής της ερευνητικής γραμμής, η οποία επίσης ανέφερε θετικό συνολικό αποτέλεσμα, αλλά και υψηλή ετερογένεια μεταξύ των μελετών. Η ετερογένεια έχει σημασία επειδή μας προειδοποιεί ότι τα πειράματα δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκην ένα ενιαίο, σταθερό φαινόμενο με τον ίδιο τρόπο.

Ακόμη και ερευνητές που θεωρούν τα αποτελέσματα ενδιαφέροντα αναγνωρίζουν ότι οι μετα-αναλύσεις εξαρτώνται από την ποιότητα των δεδομένων που συνδυάζουν. Η επιλεκτική δημοσίευση θετικών ευρημάτων, οι πολλαπλές αναλύσεις των ίδιων μετρήσεων, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των φίλτρων επεξεργασίας και οι επιδράσεις της προσδοκίας αποτελούν ζητήματα που πρέπει να ελέγχονται. Δεν αρκεί να υποθέσουμε ότι όλα αυτά εξηγούν οπωσδήποτε το αποτέλεσμα. Ούτε, όμως, αρκεί να τα αναφέρουμε και να θεωρήσουμε ότι έχουν αποκλειστεί σε κάθε μελέτη. Η ισχυρότερη δοκιμή είναι ένα πρωτόκολλο που προβλέπει από πριν τους κρίσιμους ελέγχους, δημοσιοποιεί τις αποφάσεις ανάλυσης και μπορεί να επαναληφθεί ανεξάρτητα.

Υπάρχει εδώ και ένα ευρύτερο ιστορικό μάθημα. Το 2012 οι Stuart Ritchie, Richard Wiseman και Christopher French δημοσίευσαν τρεις προεγγεγραμμένες προσπάθειες επανάληψης ενός πειράματος του Daryl Bem, το οποίο εξέταζε αν μια μεταγενέστερη άσκηση μπορούσε να επηρεάσει την προηγούμενη επίδοση σε δοκιμασία μνήμης. Οι τρεις επαναλήψεις δεν αναπαρήγαγαν το αρχικά αναφερόμενο αποτέλεσμα. Το συγκεκριμένο πείραμα δεν είναι το ίδιο με τις μελέτες φυσιολογικής πρόγνωσης ούτε αρκεί για να απορρίψει κάθε έρευνα περί πρόγνωσης. Δείχνει, όμως, γιατί μια δημοσιευμένη στατιστική ένδειξη δεν μπορεί να θεωρείται το τέλος της ερευνητικής διαδικασίας. Η ανεξάρτητη επανάληψη είναι μέρος της απόδειξης, όχι μια προαιρετική επιβεβαίωση αφού έχουμε ήδη αποφασίσει τι πιστεύουμε.

Ένα από τα πιο παράξενα παραδείγματα που παρουσιάζει ο Roe αφορά παλαιότερους ισχυρισμούς ότι τρένα τα οποία ενεπλάκησαν σε ατυχήματα είχαν λιγότερους επιβάτες από συγκρίσιμα δρομολόγια. Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική, άνθρωποι που, χωρίς να γνωρίζουν τον κίνδυνο, καθυστερούν, αλλάζουν γνώμη ή επιλέγουν άλλο δρομολόγιο. Ο ίδιος ο Roe σημειώνει ότι τα δεδομένα χρειάζονται επανάληψη. Για να αξιολογηθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός, θα έπρεπε να εξεταστούν η προέλευση και η πληρότητα των στοιχείων, ο τρόπος επιλογής των ατυχημάτων, η εποχικότητα, η ώρα, η ημέρα, οι καιρικές συνθήκες και οι πιθανές διαφορές στη ζήτηση. Χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση, δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε τη μικρότερη επιβατική κίνηση ως διαπιστωμένο φαινόμενο, πόσο μάλλον ως ένδειξη ότι κάποιοι προέβλεψαν το ατύχημα.

Το παράδειγμα των τρένων τονίζει και μια λεπτή δυσκολία, ακόμη κι αν επιβεβαιωνόταν μια στατιστική διαφορά, δεν θα γνωρίζαμε τι την προκάλεσε. Θα μπορούσε να αφορά κάποια άγνωστη μεταβλητή της μετακίνησης, μια ιδιαιτερότητα των δεδομένων ή έναν μηχανισμό που δεν έχουμε ακόμη περιγράψει. Η μετάβαση από τη διαπίστωση μιας διαφοράς στον ισχυρισμό ότι ο ανθρώπινος νους προαισθάνεται μελλοντικά ατυχήματα απαιτεί πρόσθετα, ειδικά στοιχεία. Αυτό ισχύει και για τα εργαστηριακά αποτελέσματα: η απόρριψη μιας απλής εξήγησης δεν αποδεικνύει αυτόματα την πιο ασυνήθιστη από τις υπόλοιπες. Η έρευνα χρειάζεται να προχωρά από το «υπάρχει διαφορά;» στο «είναι αξιόπιστη;» και, μόνο στη συνέχεια, στο «ποιος μηχανισμός την εξηγεί;».

Σε αυτό το σημείο, η παρουσίαση του Roe είναι πιο ενδιαφέρουσα όταν την αντιμετωπίζουμε ως πρόσκληση για ακριβέστερες ερωτήσεις και όχι ως τελική ετυμηγορία. Αν ένα πείραμα παρουσιάζει ασυνήθιστο αποτέλεσμα, χρειάζεται να μάθουμε πόσο μεγάλο είναι, αν εμφανίζεται ξανά, αν οι αναλύσεις είχαν αποφασιστεί εκ των προτέρων και αν μια άλλη ομάδα μπορεί να το αναπαραγάγει. Αν αποτύχει η επανάληψη, χρειάζεται να εξετάσουμε γιατί, χωρίς να θεωρούμε εκ των προτέρων ούτε ότι το αρχικό αποτέλεσμα ήταν απαραίτητα σφάλμα ούτε ότι η αποτυχία οφείλεται σε αόρατες συνθήκες που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσει μια πλευρά μια αντιπαράθεση. Είναι να μειωθεί η αβεβαιότητα.

Υπάρχει μια δεύτερη, λιγότερο θεαματική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση στη συνέντευξη του Roe. Πίσω από τις στατιστικές, τις πειραματικές εικόνες και τις υποθέσεις περί πρόγνωσης βρίσκονται άνθρωποι που προσπαθούν να κατανοήσουν κάτι που τους συνέβη. Για έναν ερευνητή, μια αφήγηση μπορεί να αποτελεί αφετηρία για τη διατύπωση υπόθεσης. Για τον άνθρωπο που την καταθέτει, μπορεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής του. Οι δύο αυτές διαστάσεις δεν πρέπει να συγχέονται, αλλά ούτε και να αντιμετωπίζονται σαν να αποκλείει η μία την άλλη. Μπορούμε να αμφισβητούμε μια ερμηνεία χωρίς να αμφισβητούμε ότι η εμπειρία υπήρξε ουσιαστική για εκείνον που τη βίωσε.

Ο Roe αναφέρεται στις επιστολές που συγκέντρωσε ο Βρετανός συγγραφέας J. B. Priestley, όταν ζήτησε από το κοινό να μοιραστεί ασυνήθιστες εμπειρίες σχετικές με τον χρόνο. Σύμφωνα με τη συνέντευξη, συγκεντρώθηκαν περίπου δύο χιλιάδες επιστολές, ορισμένες από τις οποίες περιέγραφαν περιστατικά που οι αποστολείς θυμούνταν επί δεκαετίες. Ο Roe ενδιαφέρεται τόσο για τα κοινά χαρακτηριστικά των αφηγήσεων όσο και για τη σημασία που τους απέδιδαν οι ίδιοι οι μάρτυρες.

Οι επιστολές δεν αποτελούν ελεγχόμενα πειράματα, οι περιστάσεις δεν μπορούν να ανασυσταθούν πλήρως και το δείγμα αποτελείται από ανθρώπους που επέλεξαν να απαντήσουν σε μια συγκεκριμένη πρόσκληση. Μπορούν, ωστόσο, να χρησιμοποιηθούν για να διατυπωθούν ερωτήματα σχετικά με το πότε εμφανίζονται τέτοιες εμπειρίες και πώς επηρεάζουν εκείνους που τις αναφέρουν.

Ιδιαίτερα προσεκτική προσέγγιση απαιτούν οι εμπειρίες που σχετίζονται με το πένθος. Κάποιος μπορεί να αισθανθεί την παρουσία ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει, να ακούσει στιγμιαία τη φωνή του, να αναγνωρίσει μια οικεία μυρωδιά ή να δει ένα εξαιρετικά ζωντανό όνειρο. Για τον ίδιο, η εμπειρία μπορεί να είναι παρηγορητική, τρομακτική ή βαθιά μεταμορφωτική.

Δεν είναι σωστό να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως απόδειξη επικοινωνίας με τον νεκρό. Δεν είναι, όμως, σωστό ούτε να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Μια διεπιστημονική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2020 στο Schizophrenia Bulletin εξέτασε τέτοιες αισθητηριακές και οιονεί αισθητηριακές εμπειρίες και κατέληξε ότι στη μεγάλη πλειονότητά τους είναι καλοήθεις και χρειάζεται να κατανοούνται μέσα στο προσωπικό, σχεσιακό και πολιτισμικό τους πλαίσιο.

Ο Roe επιμένει ότι ένας άνθρωπος χρειάζεται να μπορεί να μιλήσει για μια ασυνήθιστη εμπειρία χωρίς να αντιμετωπιστεί με χλευασμό ή να πιεστεί να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη εξήγηση. Η θέση αυτή δεν απαιτεί από τον συνομιλητή του να συμφωνήσει ότι συνέβη κάτι παραφυσικό. Απαιτεί να αναγνωρίσει τη διαφορά ανάμεσα στην ακρόαση και στην επιβεβαίωση ενός ισχυρισμού.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη αξία σε περιπτώσεις πένθους, όπου μια βιαστική διαβεβαίωση ότι «ο αγαπημένος σου επικοινώνησε μαζί σου» μπορεί να είναι εξίσου ατεκμηρίωτη με μια βιαστική απόρριψη της εμπειρίας ως ασήμαντης. Ο άνθρωπος που μιλά δεν χρειάζεται να γίνει αντικείμενο μιας αντιπαράθεσης για τη μεταφυσική προκειμένου να ακουστεί με σεβασμό.

Εδώ διακρίνεται ίσως η πιο γόνιμη πλευρά της προσέγγισης του Roe, η δυνατότητα να συνυπάρχουν η ανθρώπινη κατανόηση και η επιστημονική επιφύλαξη. Η πρώτη μάς υπενθυμίζει ότι οι εμπειρίες έχουν συνέπειες για τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν η ερμηνεία τους αποδειχθεί ορθή. Η δεύτερη μάς προστατεύει από το να μετατρέπουμε την ανάγκη για νόημα σε βεβαιότητα για τη φύση της πραγματικότητας. Αν κάποιος αισθάνθηκε ότι προέβλεψε ένα γεγονός, η εμπειρία του μπορεί να τον οδηγήσει να επανεξετάσει τις αντιλήψεις του για τον χρόνο, τη συνείδηση ή την τύχη. Ο ερευνητής μπορεί να μελετήσει αυτή τη μεταβολή χωρίς να χρειάζεται να αποφασίσει προκαταβολικά ότι ο άνθρωπος είδε πράγματι το μέλλον.

Από αυτή την οπτική, η παραψυχολογία βρίσκεται στο σημείο συνάντησης δύο διαφορετικών ερωτημάτων. Το πρώτο αφορά τον εξωτερικό κόσμο, υπάρχει αξιόπιστη ένδειξη μεταφοράς πληροφοριών με άγνωστο τρόπο; Το δεύτερο αφορά την ανθρώπινη εμπειρία, πώς αντιλαμβανόμαστε, θυμόμαστε και ενσωματώνουμε στη ζωή μας γεγονότα που μας φαίνονται ανεξήγητα; Το δεύτερο ερώτημα παραμένει απολύτως ουσιαστικό ακόμη κι αν το πρώτο δεν απαντηθεί καταφατικά. Η μελέτη των ασυνήθιστων εμπειριών δεν χάνει το νόημά της αν μια συγκεκριμένη παραφυσική υπόθεση αποτύχει. Μπορεί να μας διδάξει κάτι για τη μνήμη, την προσδοκία, τη σχέση μας με τον χρόνο, το πένθος και την ανάγκη να συνδέουμε τα γεγονότα της ζωής μας σε μια συνεκτική αφήγηση.

Η συνέντευξη του Chris Roe αρχίζει από μια γνώριμη ανθρώπινη απορία, μήπως κάποιες φορές γνωρίζουμε κάτι που δεν θα έπρεπε να μπορούμε να γνωρίζουμε; Στην πορεία, όμως, μας οδηγεί σε ένα δυσκολότερο ερώτημα. Πώς θα αναγνωρίζαμε μια τέτοια ικανότητα αν υπήρχε πραγματικά; Ποια στοιχεία θα αρκούσαν για να διακρίνουμε μια ασυνήθιστη μορφή πληροφορίας από τη σύμπτωση, την ασυνείδητη αντίληψη, την επιλεκτική μνήμη ή ένα πειραματικό σφάλμα; Και πώς θα διαχειριζόμασταν ένα αποτέλεσμα που δεν συμφωνεί με τις προσδοκίες μας, είτε είμαστε πεπεισμένοι ότι τα παραψυχικά φαινόμενα υπάρχουν είτε ότι δεν υπάρχουν;

Η έρευνα που εξετάσαμε δεν προσφέρει μια οριστική απάντηση υπέρ της τηλεπάθειας ή της πρόγνωσης. Προσφέρει δημοσιευμένα αποτελέσματα που ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ενδείξεις άξιες περαιτέρω μελέτης, αλλά και ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφωνίες, μικρότερα αποτελέσματα σε επαναναλύσεις και αποτυχημένες επαναλήψεις σε συναφή πειραματικά πεδία. Το να αποσιωπήσουμε τις πρώτες εργασίες θα ήταν μια ελλιπής παρουσίαση της ιστορίας. Το να αποσιωπήσουμε τις ενστάσεις θα ήταν εξίσου ελλιπές.

Το σημαντικότερο σημείο της προσέγγισης του Roe βρίσκεται ακριβώς στη διάκριση ανάμεσα στο να παίρνουμε ένα ερώτημα στα σοβαρά και στο να θεωρούμε ότι γνωρίζουμε ήδη την απάντησή του. Μια προαίσθηση μπορεί να αλλάξει τη ζωή εκείνου που τη βίωσε. Ένα όνειρο μπορεί να μοιάζει συγκλονιστικά με ένα γεγονός που ακολούθησε. Μια εργαστηριακή καταγραφή μπορεί να παρουσιάσει μια απόκλιση που αξίζει να εξεταστεί. Καμία από αυτές τις διαπιστώσεις δεν μας επιτρέπει, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, να συμπεράνουμε ότι ο νους υπερβαίνει τον χρόνο ή τις αισθήσεις. Μας επιτρέπει, όμως, να διατυπώσουμε καλύτερα ερωτήματα και να αναζητήσουμε τρόπους να τα ελέγξουμε.

Η εναλλακτική γνωσιολογία έχει νόημα όταν δεν συγχέει την αμφισβήτηση με την άρνηση των αποδείξεων ούτε το μυστήριο με την επιβεβαίωση μιας επιθυμητής θεωρίας. Αν κάτι δεν εξηγείται ακόμη, η έντιμη θέση είναι ότι δεν εξηγείται ακόμη. Αν μια εξήγηση δοκιμάζεται, χρειάζεται να επιτρέψουμε στο αποτέλεσμα να τη στηρίξει ή να την αποδυναμώσει. Και αν μια ανθρώπινη εμπειρία παραμένει βαθιά σημαντική για εκείνον που την έζησε, δεν χρειάζεται να της αποδώσουμε υπερφυσική προέλευση για να αναγνωρίσουμε τη σημασία της.

Πέρα απο το ενδιαφέρον που βρίσκεται στην στιγμή κατά την οποία κάποιος λέει «ήξερα τι θα συμβεί». Εξίσου σημαντική είναι και η ερώτηση του ερευνητή, «Πώς μπορούμε να το εξετάσουμε;». Εκεί η προσωπική βεβαιότητα συναντά τη δημόσια, ελέγξιμη γνώση. Και εκεί το ανεξήγητο πέρα απο μια ιστορία που μας συναρπάζει γίνεται ένα ερώτημα στο οποίο οφείλουμε να επιτρέψουμε να δοθεί οποιαδήποτε απάντηση υποστηρίξουν τελικά τα στοιχεία.

Ίσως σας ενδιαφέρουν…