
Ο Jean Giraud γνωστός ως Moebius, και η επιρροή του στο cyberpunk
Υπάρχουν δημιουργοί που δεν χρειάζεται να ξέρεις το όνομά τους για να έχεις ήδη συναντήσει τον κόσμο τους. Ο Jean Giraud, ή όπως τον έμαθε η ιστορία, Moebius, είναι ίσως ο πιο χαρακτηριστικός από αυτούς. Αν έχεις ξεφυλλίσει ποτέ ένα τεύχος του περιοδικού Heavy Metal, αν έχεις χαθεί σε εικονογραφήσεις όπου η έρημος συναντά διαστημόπλοια και μυθικά όντα, ή αν έχεις παρακολουθήσει sci-fi ταινίες όπως το Blade Runner, το Tron ή το Fifth Element, τότε έχεις δει το αποτύπωμά του.
Ο Moebius δεν ήταν απλά ένας σκιτσογράφος κόμικς. Ήταν ένας οπτικός αρχιτέκτονας του φανταστικού, ένας άνθρωπος που άνοιξε χαραμάδες σε κόσμους που κανείς άλλος δεν είχε σκεφτεί να αποτυπώσει έτσι. Η τέχνη του κινήθηκε κάπου ανάμεσα στο όνειρο και στο παραλήρημα, στο κωμικό και στο τραγικό, στο γήινο και στο κοσμικό. Και παρ’ όλα αυτά, ακόμα και οι πιο αλλόκοτες δημιουργίες του κουβαλούσαν μια περίεργη οικειότητα, σαν να ανήκαν στο αύριο που περιμένει να φτάσουμε
Ο Jean Giraud γεννήθηκε στο Παρίσι το 1938, μέσα σε μια εποχή ταραγμένη. Η παιδική του ηλικία ήταν σημαδεμένη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μεταπολεμική Γαλλία, μια κοινωνία που προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κόμικς δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία για τα παιδιά, ήταν μια πύλη απόδρασης. Ο μικρός Jean έπιανε μολύβι και χαρτί και άρχισε να χτίζει τους δικούς του μικρούς κόσμους. Σύντομα φάνηκε ότι είχε ένα ταλέντο που ξεπερνούσε τη μέση αγάπη για το σκίτσο. Σπούδασε στην École des Arts Appliqués, όπου διδάχθηκε τεχνικές και έβαλε τα πρώτα θεμέλια για μια καριέρα στη σχεδίαση. Εκείνη την εποχή γνώρισε τον Joseph Gillain, γνωστό ως Jijé, έναν από τους σημαντικότερους βέλγους δημιουργούς κόμικς. Ο Jijé έγινε μέντορας του Giraud και τον έβαλε στον επαγγελματικό χώρο. Χάρη σε εκείνον, ο Jean βρήκε δουλειά και ξεκίνησε να χτίζει ένα προφίλ σκιτσογράφου με μέλλον.
Η μεγάλη του πρώτη επιτυχία ήρθε με το Blueberry, μια σειρά γουέστερν κόμικς που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’60. Ο ήρωας, Mike Blueberry, δεν ήταν το τυπικό πρότυπο καουμπόι, δεν έμοιαζε με τον άτσαλο καλόκαρδο ήρωα των αμερικάνικων ιστοριών, αλλά είχε αντιφάσεις, σκιές και πιο ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Η εικονογράφηση του Giraud έδωσε ζωή σε έναν κόσμο που μύριζε σκόνη και καπνό, γεμάτο ρεαλιστικά τοπία και πρόσωπα που έμοιαζαν να έχουν ζήσει πραγματικά τη σκληρότητα της Άγριας Δύσης. Το Blueberry γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Ευρώπη και καθιέρωσε τον Giraud ως έναν από τους κορυφαίους σκιτσογράφους της γενιάς του. Όμως πίσω από αυτήν την αναγνώριση, κάτι μέσα του ήθελε περισσότερη ελευθερία. Όσο ο Giraud ζωγράφιζε τον Blueberry με αυστηρή πειθαρχία και ρεαλισμό, μια άλλη πλευρά του ζητούσε διέξοδο. Αυτή η πλευρά ήταν πιο ονειρική, πιο ψυχεδελική, πιο πειραματική. Για να της δώσει χώρο, υιοθέτησε ένα άλλο καλλιτεχνικό όνομα,Moebius.
Το όνομα δεν ήταν τυχαίο. Ο λωρίδας του Möbius, το μαθηματικό σχήμα χωρίς αρχή και τέλος, συμβόλιζε τον ατέρμονο κύκλο και την αμφισημία. Έτσι κι αυτός, ήθελε να δημιουργεί τέχνη που να μην έχει σύνορα, να κινείται σε κόσμους που ανακυκλώνονται και μεταμορφώνονται. Ως Moebius, άφησε πίσω του τον ρεαλισμό και άρχισε να πειραματίζεται με εξωπραγματικά τοπία, χρώματα, φιγούρες που έμοιαζαν με οράματα ή μελλοντικές φυλές. Οι γραμμές του έγιναν πιο καθαρές, το ύφος του πιο αφαιρετικό, και όμως η δύναμη των εικόνων του ήταν συγκλονιστική.
Ήταν η στιγμή που από σκιτσογράφος κόμικς μεταμορφωνόταν σε οπτικό ποιητή.
Το 1975, μαζί με τους Philippe Druillet και Jean-Pierre Dionnet, ο Moebius ίδρυσε το περιοδικό Métal Hurlant. Αυτό δεν ήταν απλά ένα ακόμα περιοδικό κόμικς ήταν η έναρξη μιας επανάστασης. Το Métal Hurlant (που σημαίνει «Ουρλιάζον Μέταλλο») έσπασε όλους τους κανόνες: ώριμη θεματολογία, πειραματική εικονογράφηση, sci-fi και φανταστικά σενάρια που ξεπερνούσαν το παιδικό ή το χιουμοριστικό πλαίσιο. Το περιοδικό έδωσε χώρο στους καλλιτέχνες να αφεθούν χωρίς περιορισμούς.
Η επιρροή του ήταν τεράστια. Το 1977, το αμερικανικό κοινό γνώρισε μια αγγλόφωνη εκδοχή, το Heavy Metal. Εκεί οι ιστορίες του Moebius και άλλων καλλιτεχνών πέρασαν τον Ατλαντικό και έβαλαν φωτιά στη φαντασία μιας ολόκληρης γενιάς. Από τις σελίδες του ξεπήδησαν ιστορίες όπως το Arzach ή το The Airtight Garage, έργα που έμοιαζαν περισσότερο με εικαστικά οράματα παρά με παραδοσιακά κόμικς. Οι εικόνες ήταν συχνά αινιγματικές, χωρίς πολλά λόγια, αφήνοντας τον αναγνώστη να βυθιστεί στην ατμόσφαιρα. Το Métal Hurlant/Heavy Metal έγινε μια πλατφόρμα ελευθερίας που άλλαξε το πώς βλέπαμε τα κόμικς: όχι πλέον σαν παιδικά αναγνώσματα, αλλά σαν ενήλικη, καλλιτεχνική και πολιτιστική εμπειρία.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί σκηνοθέτες επιστημονικής φαντασίας στράφηκαν στον Moebius. Το στυλ του ήταν κινηματογραφικό από μόνο του, μεγάλα πλάνα, αχανή τοπία, λεπτομέρειες που έδειχναν ότι κάθε κόσμος είχε ιστορία πίσω του.
Ο Alejandro Jodorowsky συνεργάστηκε μαζί του στο φιλόδοξο (και τελικά ανολοκλήρωτο) project του Dune. Ο Moebius σχεδίασε χιλιάδες καρέ για το storyboarding, δημιουργώντας ένα οπτικό όραμα που, παρότι δεν έγινε ποτέ ταινία, επηρέασε ανεξίτηλα το sci-fi σινεμά.
Στη συνέχεια, ο Moebius δούλεψε στο Alien του Ridley Scott, στο Tron, και στο The Fifth Element του Luc Besson, όπου τα σκίτσα του σχεδόν μεταφέρθηκαν αυτούσια στην οθόνη. Ακόμα και στο Blade Runner, αν και δεν συνεργάστηκε άμεσα, η αισθητική του είχε αφήσει ήδη στίγμα στις οπτικές αναφορές της εποχής.Η συνεισφορά του στον κινηματογράφο δεν ήταν απλά να «βοηθάει» στο ντιζάιν. Ήταν να ανοίγει πόρτες: να δείχνει ότι το μέλλον δεν είναι απλά μια τεχνολογική πρόβλεψη, αλλά ένας φαντασιακός καμβάς γεμάτος πιθανότητες.
Το cyberpunk, ως είδος, γεννήθηκε μέσα στη δεκαετία του ’80, με συγγραφείς όπως ο William Gibson. Όμως, ο οπτικός του κόσμος είχε ήδη προετοιμαστεί από καλλιτέχνες σαν τον Moebius. Οι πόλεις που ζωγράφισε, χαοτικές, πολύπλοκες, γεμάτες καλώδια, μηχανισμούς και παράδοξες φιγούρες– μοιάζουν με προφητείες των cyberpunk μητροπόλεων. Το μείγμα της τεχνολογίας με το ανθρώπινο, του ψυχεδελικού με το βιομηχανικό, έδωσε εικόνα σε κάτι που μέχρι τότε υπήρχε κυρίως σαν λογοτεχνική σύλληψη.
Αν το cyberpunk είναι η συνάντηση του «high tech» με το «low life», τότε ο Moebius ήταν αυτός που ζωγράφισε πρώτος πώς μοιάζει αυτό το παράδοξο.
Ο Moebius έφυγε από τη ζωή το 2012, αλλά η κληρονομιά του παραμένει παντού. Στα κόμικς, κάθε φορά που βλέπουμε έναν δημιουργό να ξεφεύγει από τους κανόνες και να πειραματίζεται με την εικονογραφία, υπάρχει λίγη από τη δική του σκιά.
Στον κινηματογράφο, οι σχεδιαστές παραγωγής και οι σκηνοθέτες επιστημονικής φαντασίας συνεχίζουν να αντλούν έμπνευση από τις εικόνες του. Ακόμα και στα videogames, από τα ψυχεδελικά τοπία μέχρι τις μυστήριες φιγούρες, η επίδραση του Moebius είναι εμφανής.
Πάνω απ’ όλα, ο Moebius μας άφησε μια στάση, ότι η τέχνη δεν έχει όρια. Ότι μπορούμε να συνδυάσουμε το παράλογο με το λογικό, το μινιμαλιστικό με το υπερβολικό, το φουτουριστικό με το αρχέγονο.
Ο Jean Giraud, ο Moebius, δεν ήταν ένας άνθρωπος που απλά «ζωγράφιζε ωραία». Ήταν κάποιος που είδε το μέλλον σαν όραμα και το αποτύπωσε με τέτοιον τρόπο ώστε να το κουβαλάμε ακόμα μέσα μας. Η δύναμή του ήταν ότι μπορούσε να δείξει κόσμους ακατανόητους αλλά ταυτόχρονα ελκυστικούς. Να μιλήσει για την ανθρώπινη εμπειρία μέσα από ιπτάμενες φιγούρες, ερήμους με αχανή διαστημόπλοια και χαρακτήρες που κινούνται σε ονειρικές πραγματικότητες.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται το μυστικό του,δεν μας έδειξε απλά πώς μπορεί να μοιάζει το μέλλον, αλλά μας έκανε να θέλουμε να το ζήσουμε.
Ακολουθεί ενας σύνδεσμος για το video ” How one artist invented modern pop culture (Moebius documentary) ” απο το κανάλι matttt – comic & manga history.